Η πληροφορία ότι το Ιράν προσκλήθηκε να συμμετάσχει στο Σύμφωνο της Μέκκας δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη είδηση μέσα στη διαρκή αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής. Εάν επιβεβαιωθεί, μπορεί να αλλάξει τον ίδιο τον χαρακτήρα της συμφωνίας που υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν και να μετατρέψει μια συμμαχία τριών ισχυρών σουνιτικών κρατών σε κάτι πολύ ευρύτερο: Έναν περιφερειακό μηχανισμό ασφάλειας στον οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί ακόμη και η σιιτική Τεχεράνη.
Η Jerusalem Post, επικαλούμενη το Al Mayadeen, μετέδωσε ότι ο Μεχντί Ραχίμι, επικεφαλής του πρακτορείου ειδήσεων του ιρανικού Κοινοβουλίου Khaneh Mellat, δήλωσε πως το Ιράν έχει λάβει πρόσκληση συμμετοχής και την εξετάζει. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση ούτε από το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών ούτε από τις τρεις χώρες που υπέγραψαν τη συμφωνία. Η επιφύλαξη επομένως είναι απαραίτητη. Η πληροφορία όμως δεν εμφανίζεται σε πολιτικό κενό.
Μόλις στις 10 Αυγούστου, ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγαΐ είχε δηλώσει ότι η Τεχεράνη δεν έχει λόγο να ανησυχεί για τη δημιουργία του νέου σχήματος. Αντίθετα, υποστήριξε ότι αποτελεί ένδειξη της τάσης των κρατών της περιοχής να αναζητήσουν μηχανισμούς ασφάλειας που θα στηρίζονται περισσότερο στις δικές τους δυνάμεις και λιγότερο σε εξωπεριφερειακές δυνάμεις.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η συγκυρία. Ο αρχηγός του πακιστανικού στρατού Ασίμ Μουνίρ αναμένεται τη Δευτέρα, 24/8, στην Τεχεράνη για συνομιλίες με την ιρανική ηγεσία. Το Πακιστάν έχει αναλάβει παράλληλα διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ, ενώ στην ατζέντα των συνομιλιών βρίσκεται και η συμφωνία της Μέκκας. Η χρονική αλληλουχία δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Το πραγματικά κρίσιμο στοιχείο, όμως, βρίσκεται στη φύση της ίδιας της συμφωνίας. Η βασική της αρχή προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Ο Χακάν Φιντάν έφθασε μάλιστα να τη συγκρίνει τεχνικά με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα, ότι δεν στρέφεται εναντίον του Ιράν ή οποιασδήποτε άλλης συγκεκριμένης χώρας.
Ήδη Άγκυρα, Ριάντ και Ισλαμαμπάν προχωρούν στη δημιουργία μηχανισμών πολιτικού και στρατιωτικού συντονισμού, σε κοινές ασκήσεις και σε στενότερη συνεργασία των αμυντικών τους βιομηχανιών. Πρόκειται για ένα σχήμα που συνδυάζει τη χρηματοοικονομική ισχύ της Σαουδικής Αραβίας, τη στρατιωτική δύναμη και την αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας και, κυρίως, το Πακιστάν, τη μοναδική μουσουλμανική χώρα που διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο.
Η πιθανή είσοδος του Ιράν δημιουργεί όμως ένα εντυπωσιακό γεωπολιτικό παράδοξο. Η Σαουδική Αραβία, που επί δεκαετίες αντιμετώπιζε την Τεχεράνη ως βασικό στρατηγικό αντίπαλο στον Περσικό Κόλπο, θα μπορούσε θεωρητικά να βρεθεί στο ίδιο σύστημα συλλογικής άμυνας μαζί της. Και η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, θα συμμετείχε ταυτόχρονα σε έναν δεύτερο μηχανισμό συλλογικής ασφάλειας στον οποίο θα συμμετείχε και το Ιράν.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη σημασία των εξελίξεων.
Η Σαουδική Αραβία φαίνεται να επιδιώκει πρωτίστως τη θωράκισή της απέναντι στην περιφερειακή αστάθεια. Οι επιθέσεις, που έχουν δεχθεί χώρες του Κόλπου, οι Χούθι, οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές και η αβεβαιότητα γύρω από την έκταση και τη διάρκεια της αμερικανικής εγγύησης ασφαλείας, έχουν οδηγήσει το Ριάντ στην αναζήτηση πρόσθετων μηχανισμών αποτροπής. Η ένταξη της Τεχεράνης σε ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε επομένως να αποτελεί, όχι συμμαχία με το Ιράν, αλλά προσπάθεια ενσωμάτωσης και περιορισμού του μέσω αμοιβαίων δεσμεύσεων.
Για την Άγκυρα, αντιθέτως, το διακύβευμα είναι ευρύτερο. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιχειρεί εδώ και χρόνια να μετατρέψει την Τουρκία από περιφερειακή δύναμη σε αυτόνομο κέντρο ισχύος ανάμεσα στη Δύση, τη Ρωσία, τον μουσουλμανικό κόσμο και την Ασία. Το Σύμφωνο της Μέκκας του προσφέρει ένα νέο εργαλείο. Και η πιθανή διεύρυνσή του προς την Αίγυπτο -όπως έχει ήδη δημοσίως συζητηθεί- ή ακόμη περισσότερο προς το Ιράν θα ενίσχυε αυτή τη φιλοδοξία.
Για το Ισραήλ, όμως, μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε ένα εντελώς διαφορετικό στρατηγικό περιβάλλον. Η Ιερουσαλήμ θα έβλεπε τον σημαντικότερο περιφερειακό της αντίπαλο να αποκτά πρόσβαση σε ένα πλαίσιο ασφαλείας στο οποίο συμμετέχουν δύο σημαντικοί εταίροι των ΗΠΑ και ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ. Δεν σημαίνει ότι Σαουδική Αραβία, Τουρκία ή Πακιστάν θα μετατρέπονταν αυτομάτως σε στρατιωτικούς συμμάχους της Τεχεράνης απέναντι στο Ισραήλ. Θα δημιουργούνταν όμως μια νέα πραγματικότητα, όπου τα όρια μεταξύ αντιπάλων, εταίρων και συμμάχων θα γίνονταν πολύ πιο δυσδιάκριτα.
Και αυτό αφορά άμεσα και την Ελλάδα και την Κύπρο. Η Αθήνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει το Σύμφωνο της Μέκκας ως μια μακρινή εξέλιξη της Μέσης Ανατολής. Η Τουρκία επιχειρεί να τοποθετηθεί στον πυρήνα ενός νέου συστήματος περιφερειακής ασφάλειας, την ώρα που εξακολουθεί να αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, να διατηρεί στρατεύματα κατοχής στην Κύπρο και να προωθεί τη «Γαλάζια Πατρίδα». Όσο αυξάνεται το στρατηγικό της βάρος τόσο αυξάνεται και η δυνατότητά της να μεταφέρει τις διεκδικήσεις της σε ένα ευρύτερο διεθνές παζάρι.
Γι’ αυτό και η απάντηση Αθήνας και Λευκωσίας δεν μπορεί να είναι η παθητική παρακολούθηση των εξελίξεων. Η εμβάθυνση των σχέσεων Ελλάδας και Κύπρου με το Ισραήλ, την Ινδία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις αραβικές χώρες με τις οποίες υπάρχουν κοινά συμφέροντα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία.
Η πρόσκληση προς το Ιράν μπορεί τελικά να μην οδηγήσει ποτέ στην ένταξή του. Μπορεί ακόμη να αποδειχθεί περισσότερο διπλωματικός ελιγμός παρά πραγματική πρόθεση. Το γεγονός όμως ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο συζητείται αποκαλύπτει πόσο γρήγορα αλλάζει η Μέση Ανατολή.
Το Σύμφωνο της Μέκκας δεν είναι πλέον απλώς μια συμφωνία Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν. Εξελίσσεται σε πεδίο πάνω στο οποίο επιχειρείται να σχεδιαστεί η επόμενη αρχιτεκτονική ασφαλείας της περιοχής. Και το κρίσιμο για την Ελλάδα και την Κύπρο είναι να μη βρεθούν να παρακολουθούν αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων να διαμορφώνεται χωρίς αυτές.