Για την ανάκτηση δύο από τους τέσσερις πίνακες που εκλάπησαν από το Μουσείο Ρενουάρ στο Καν-συρ-Μερ, στη γαλλική Κυανή Ακτή, κάνουν λόγο μέσα ενημέρωσης, χωρίς ωστόσο να υπάρχει μέχρι στιγμής επίσημη επιβεβαίωση για τον εντοπισμό και του δεύτερου έργου.
Αρχικά, ο δήμαρχος της πόλης Μπράιαν Μασόν είχε αναφέρει ότι κατά τη διαφυγή των δραστών ένας από τους πίνακες «τους έπεσε».
Σύμφωνα με ανακοίνωση, οι τέσσερις πίνακες που αποτέλεσαν στόχο της διάρρηξης είναι οι:
- «Πορτρέτο της κυρίας Πισόν» (1895)
- «Πορτρέτο της κυρίας Κολόνα Ρομάνο» (1910)
- «Η Κόκο διαβάζει» (1905)
- «Νεαρή γυναίκα στο πηγάδι» (1886)
Η συνολική αξία των τεσσάρων έργων ανέρχεται σε περίπου 9 εκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με τον δήμαρχο του Καν-συρ-Μερ.
Έκοψαν το συρματόπλεγμα και μπήκαν στον κήπο του μουσείου
Οι δράστες φέρονται να εισήλθαν στον κήπο-ελαιώνα του μουσείου λίγο πριν από τις 6 το πρωί, αφού έκοψαν το συρματόπλεγμα.
Σύμφωνα με το BBC, που επικαλείται τη γαλλική εφημερίδα Nice-Matin, οι κλέφτες φαίνεται ότι επέλεξαν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή προκειμένου να εκμεταλλευτούν την αλλαγή βάρδιας του προσωπικού ασφαλείας.
«Ο συναγερμός του μουσείου ήχησε στις 05:48 τοπική ώρα. Στις 05:53, δηλαδή πέντε λεπτά αργότερα, η δημοτική αστυνομία βρισκόταν επιτόπου», ανέφερε ο Μπράιαν Μασόν.
Ο δήμαρχος της πόλης πρόσθεσε ότι «το να επιτεθείς στο Μουσείο Ρενουάρ είναι σαν να πλήττεις μέρος της ιστορίας και της κληρονομιάς του Καν-συρ-Μερ».
Οι δράστες καταγράφηκαν από κάμερες ασφαλείας της πόλης και καταδιώχθηκαν από αστυνομικές δυνάμεις, κατάφεραν ωστόσο να διαφύγουν.
Το μουσείο στην τελευταία κατοικία του Ρενουάρ
Το Μουσείο Ρενουάρ στο Καν-συρ-Μερ, κοντά στη Νίκαια, ιδρύθηκε το 1960 στην τελευταία κατοικία του Γάλλου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Πιέρ-Ωγκύστ Ρενουάρ (1841-1919).
Στους χώρους του εκτίθενται συνολικά 12 πίνακες, καθώς και προσωπικά αντικείμενα και έπιπλα του καλλιτέχνη, μεταξύ των οποίων το καβαλέτο και η αναπηρική καρέκλα του.
Η διάρρηξη σημειώνεται σχεδόν έναν χρόνο μετά την πολύκροτη κλοπή κοσμημάτων από το Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα της ασφάλειας των γαλλικών μουσείων και της προστασίας των καλλιτεχνικών συλλογών τους.