Ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα καταγράφουν οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στην έρευνα PISA 2025 του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Καθημερινή». Περίπου ένας στους δύο ολοκληρώνει το γυμνάσιο χωρίς να μπορεί να ανταποκριθεί σε απλούς μαθηματικούς συλλογισμούς και πράξεις, ενώ τέσσερις στους δέκα δυσκολεύονται να κατανοήσουν βασικά φυσικά φαινόμενα και απλά κείμενα.
Παρότι οι ελληνικές επιδόσεις συνεχίζουν να υποχωρούν, η πτώση είναι μικρότερη σε ορισμένα πεδία σε σύγκριση με προηγούμενες μετρήσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία η επιδείνωση εμφανίζεται ευρύτερα και σε πολλές άλλες χώρες.
Η πτώση σε Ελλάδα και διεθνώς σε σχέση με την έρευνα του 2022 αποδίδεται, τουλάχιστον εν μέρει, στις επιπτώσεις της πανδημίας. Οι σημερινοί 15χρονοι βρίσκονταν κατά την περίοδο των περιοριστικών μέτρων στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού, όταν η εκπαιδευτική διαδικασία μεταφέρθηκε για μεγάλο διάστημα από τη σχολική αίθουσα στην τηλεκπαίδευση.
Ο Κώστας Δημόπουλος, καθηγητής Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και εθνικός συντονιστής του προγράμματος PISA, επισήμανε ότι οι μαθητές που συμμετείχαν στην έρευνα του 2025 φαίνεται να υπέστησαν μεγαλύτερο γνωστικό κόστος από την πανδημία σε σχέση με μαθητές μεγαλύτερων ηλικιών.
Στην PISA 2025 αξιολογήθηκαν οι επιδόσεις στις φυσικές επιστήμες, στην κατανόηση κειμένου και στα μαθηματικά, ενώ για πρώτη φορά εξετάστηκε και η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων σε ψηφιακά περιβάλλοντα.
Συνολικά συμμετείχαν 765.000 μαθητές από 91 χώρες και οικονομίες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν περίπου 33 εκατομμύρια 15χρονους. Στην Ελλάδα συμμετείχαν 6.858 μαθητές από 229 σχολεία.
Κάτω από τους μέσους όρους ΟΟΣΑ και Ε.Ε.
Στις φυσικές επιστήμες, οι Έλληνες μαθητές συγκέντρωσαν 434 μονάδες, επτά λιγότερες από το 2022. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ διαμορφώθηκε στις 482 μονάδες και της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 476.
Στην κατανόηση κειμένου η ελληνική επίδοση έφτασε τις 423 μονάδες, καταγράφοντας πτώση 16 μονάδων σε σχέση με το 2022. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 461 μονάδες και της Ε.Ε. 451.
Στα μαθηματικά, οι Έλληνες μαθητές συγκέντρωσαν 424 μονάδες, έξι λιγότερες από την προηγούμενη μέτρηση. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ διαμορφώθηκε στις 463 μονάδες και της Ε.Ε. στις 460.
Στην επίλυση προβλημάτων σε ψηφιακά περιβάλλοντα, που εξετάστηκε για πρώτη φορά, η Ελλάδα κατέγραψε μέση επίδοση 461 μονάδων, έναντι 500 στον ΟΟΣΑ, καταλαμβάνοντας την 47η θέση μεταξύ 91 συμμετεχόντων.
Στην κορυφή Ασία και ισχυρά ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα
Στις υψηλότερες θέσεις της κατάταξης βρίσκονται η Σιγκαπούρη, η Ιαπωνία, η Κορέα, καθώς και περιοχές της Κίνας, όπως το Πεκίνο, το Μακάο και η Ταϊπέι.
Στην Ευρώπη ξεχωρίζουν η Εσθονία, η Βρετανία και η Φινλανδία, ενώ ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η Τουρκία, η οποία συγκαταλέγεται στις λίγες χώρες που κατέγραψαν βελτίωση των επιδόσεών τους. Στις φυσικές επιστήμες κατέλαβε τη 19η θέση μεταξύ των 91 συμμετεχόντων.
Το υπουργείο Παιδείας βλέπει «ενδείξεις σταθεροποίησης»
Το υπουργείο Παιδείας αποτιμά τη συνολική εικόνα ως «μεικτή, αλλά με σαφείς ενδείξεις σταθεροποίησης», επισημαίνοντας ότι για πρώτη φορά έπειτα από μία δεκαετία επιβραδύνεται η απόκλιση της Ελλάδας από τους μέσους όρους του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.
Ο Κώστας Δημόπουλος σημείωσε ότι ειδικά στα μαθηματικά καταγράφεται τάση σύγκλισης, σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι επιδόσεις των 15χρονων στις φυσικές επιστήμες, στα μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα από την έναρξη της PISA το 2000.
Ταυτόχρονα, όμως, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι Έλληνες μαθητές περιγράφουν ένα λιγότερο υποστηρικτικό μαθησιακό περιβάλλον σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Αναφέρουν μικρότερη υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς, περιορισμένη χρήση μεθόδων γνωστικής ενεργοποίησης κατά τη διάρκεια του μαθήματος και μικρότερη αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών και εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.
Ειδικά στις φυσικές επιστήμες, σύμφωνα με τον κ. Δημόπουλο, η διδασκαλία εξακολουθεί να έχει σε μεγάλο βαθμό χαρακτήρα διάλεξης, με περιορισμένη ενεργό συμμετοχή των μαθητών.
Από την πλευρά της, η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη εστίασε στα μέτρα που έχουν προωθηθεί για τη βελτίωση του σχολείου, αναφέροντας μεταξύ άλλων την αύξηση των διορισμών, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, την ενίσχυση του υλικοτεχνικού εξοπλισμού, τον εμπλουτισμό της Τράπεζας Θεμάτων με ασκήσεις στη φιλοσοφία του PISA και την εφαρμογή του συστήματος του πολλαπλού βιβλίου.