Σημαντικούς κινδύνους για την ανάπτυξη της τουρκικής οικονομίας δημιουργεί η αναταραχή στον κλάδο των επενδυτικών funds, προειδοποιούν αναλυτές της JPMorgan, σύμφωνα με το Reuters, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να αναθεωρήσουν προς τα κάτω την πρόβλεψή τους για αύξηση του ΑΕΠ κατά 3% το 2026.
Η κρίση ξέσπασε τον περασμένο μήνα, όταν κεφάλαια υπό τη διαχείριση της Tera Portfoy δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν στα αιτήματα επενδυτών για επιστροφή των χρημάτων τους. Η αναταραχή επεκτάθηκε γρήγορα σε σημαντικό τμήμα του τουρκικού κλάδου διαχείρισης κεφαλαίων, προκαλώντας την παρέμβαση των εποπτικών αρχών.
«Αναμένουμε ότι η αναταραχή στον κλάδο των επενδυτικών funds θα επηρεάσει αρνητικά την οικονομική δραστηριότητα το τέταρτο τρίμηνο του 2026 και εκτιμούμε ότι υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι να είναι χαμηλότερη η ανάπτυξη από την πρόβλεψή μας για αύξηση του ΑΕΠ κατά 3% το 2026», αναφέρει η JPMorgan.
Η αμερικανική επενδυτική τράπεζα επισημαίνει ότι θα συνεχίσει να παρακολουθεί τα οικονομικά στοιχεία και, εφόσον η αδυναμία αποδειχθεί περισσότερο επίμονη, θα εξετάσει την προς τα κάτω αναθεώρηση της πρόβλεψής της.
Πρόκειται για την πρώτη προειδοποίηση μεγάλης επενδυτικής τράπεζας της Wall Street ότι η κρίση των τουρκικών funds θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ευρύτερη οικονομία.
Σιμσέκ: Η κρίση παραμένει υπό έλεγχο
Από την πλευρά του, ο Τούρκος υπουργός Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ δήλωσε την Πέμπτη ότι η κατάσταση παραμένει υπό έλεγχο και ότι έχει αποτραπεί ο κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης στο σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Σε ανάλογη κατεύθυνση κινείται και η εκτίμηση της JPMorgan ως προς τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι αναλυτές της θεωρούν ότι η άμεση παρέμβαση των τουρκικών αρχών περιορίζει τους κινδύνους γενικευμένης αποσταθεροποίησης.
Η ανησυχία τους επικεντρώνεται, ωστόσο, στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η κρίση στην πραγματική οικονομία, κυρίως μέσω της κατανάλωσης και της εμπιστοσύνης των καταναλωτών.
Στα 18,3 δισ. δολάρια τα περιουσιακά στοιχεία των funds που επηρεάστηκαν
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της JPMorgan, τα επενδυτικά funds που έχουν επηρεαστεί από την κρίση διαχειρίζονταν συνολικά περιουσιακά στοιχεία ύψους 18,3 δισ. δολαρίων.
Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 10% του κλάδου επενδυτικών funds της Τουρκίας και στο 3% των συνολικών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων των τουρκικών νοικοκυριών, τα οποία ανέρχονται σε περίπου 600 δισ. δολάρια.
Από τα κεφάλαια που έχουν επηρεαστεί, περίπου 6 δισ. δολάρια βρίσκονται σε αμοιβαία κεφάλαια χρηματαγοράς, όπου οι πιθανότητες ανάκτησης των χρημάτων εκτιμάται ότι είναι μεγαλύτερες. Τα υπόλοιπα περίπου 12 δισ. δολάρια αφορούν hedge funds και μετοχικά επενδυτικά κεφάλαια.
Πίεση σε κατανάλωση, δάνεια και επενδύσεις
Κατά την JPMorgan, ο βασικός μηχανισμός μέσω του οποίου η κρίση μπορεί να πλήξει την τουρκική οικονομία είναι η υποχώρηση της κατανάλωσης και της εμπιστοσύνης.
Επενδυτές που έχουν επηρεαστεί από τα προβλήματα των funds δεν έχουν προσωρινά πρόσβαση σε μέρος των αποταμιεύσεών τους, γεγονός που μπορεί να περιορίσει τις δαπάνες τους.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι υπάρχουν ήδη ορισμένες ενδείξεις επιβράδυνσης. Η αύξηση των χορηγήσεων δανείων έχει περιοριστεί, όπως και οι πωλήσεις αυτοκινήτων, ενώ τουρκικές επιχειρήσεις έχουν αναστείλει εκδόσεις ομολόγων εξαιτίας της αναταραχής.
Παράλληλα, φαίνεται να έχουν «παγώσει», τουλάχιστον προσωρινά, και οι νέες εισαγωγές εταιρειών στο χρηματιστήριο.
Η παραίτηση της Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά
Η κρίση έχει αποκτήσει και πολιτικές διαστάσεις. Το περασμένο Σαββατοκύριακο, η Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά παραιτήθηκε από τη θέση της αντιπροέδρου του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP).
Η παραίτησή της ακολούθησε κατηγορία πολιτικού της αντιπολίτευσης ότι είχε αποκομίσει κέρδη εκατομμυρίων δολαρίων από αγοραπωλησίες μετοχών σε μία από τις εταιρείες που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης.
Παρά τις διαβεβαιώσεις των τουρκικών αρχών ότι δεν διαφαίνεται συστημικός κίνδυνος για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, η JPMorgan εκτιμά ότι οι συνέπειες στην οικονομική δραστηριότητα ενδέχεται να γίνουν περισσότερο αισθητές κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους.