Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι η Ευρώπη συμφώνησε να διαθέσει στην αγορά μεγάλες ποσότητες καυσίμων από τα στρατηγικά της αποθέματα, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η εκρηκτική άνοδος των τιμών του ντίζελ. Όπως ανέφερε σε ανάρτησή του στο Truth Social την Παρασκευή, η διαδικασία αναμένεται να ξεκινήσει άμεσα, έπειτα από ημέρες πιέσεων της Ουάσιγκτον προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Σύμφωνα με αξιωματούχο του Λευκού Οίκου που μίλησε στο CNN, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε συνομιλίες με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν την Πέμπτη, ενώ την Παρασκευή επικοινώνησε με τους ηγέτες της G7, επιδιώκοντας την αποδέσμευση των ευρωπαϊκών αποθεμάτων ντίζελ.
Οι ευρωπαϊκές χώρες συζήτησαν μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης, υπό την πίεση της αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία είχε προειδοποιήσει ακόμη και με περιορισμό ή απαγόρευση των εξαγωγών ντίζελ από τις ΗΠΑ, εάν δεν αξιοποιούνταν τα διαθέσιμα αποθέματα έκτακτης ανάγκης.
Μετά την τηλεδιάσκεψη της G7, υπό γαλλική προεδρία, ανακοινώθηκε ότι οι συμμετέχουσες χώρες και οι εταίροι τους θα προχωρήσουν στην αποδέσμευση συνολικά 100 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου σε διάστημα τεσσάρων μηνών. Σημαντικές ποσότητες ντίζελ προβλέπεται να διοχετευθούν στην αγορά κατά τις πρώτες 20 ημέρες της διαδικασίας.
Όπως επισημαίνει το CNN, η απειλή περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών σηματοδότησε κλιμάκωση της πίεσης προς την Ευρώπη, καθώς ο Τραμπ επιδιώκει να ανακόψει την άνοδο των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Το ντίζελ αποτελεί βασικό καύσιμο για τις μεταφορές, τη γεωργία και τη βιομηχανία, καθώς χρησιμοποιείται σε φορτηγά, τρακτέρ, εμπορευματικά τρένα και άλλα επαγγελματικά οχήματα.
Οι ΗΠΑ συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους εξαγωγείς του καυσίμου διεθνώς, με τον Αμερικανό πρόεδρο να έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο περιορισμού των εξαγωγών, προκειμένου να αυξηθεί η προσφορά στην εγχώρια αγορά και να υποχωρήσουν οι τιμές.
Μια τέτοια απόφαση θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στην Ευρώπη, η οποία εξαρτάται από τις εισαγωγές ντίζελ. Την ίδια στιγμή, η αξιοποίηση των στρατηγικών αποθεμάτων ενέχει κινδύνους, καθώς ενδεχόμενες νέες διαταραχές στον εφοδιασμό, λόγω των πολέμων στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία, θα μπορούσαν να αφήσουν τις ευρωπαϊκές χώρες με μικρότερα περιθώρια αντίδρασης.
Οι υπουργοί Οικονομικών και Ενέργειας των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ και Κρις Ράιτ αντίστοιχα, είχαν καλέσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να προχωρήσουν στην αποδέσμευση ποσοτήτων ντίζελ. Ο Ράιτ υποστήριξε ότι η ενίσχυση της προσφοράς είναι αναγκαία ενόψει της περιόδου συγκομιδής και της χειμερινής περιόδου, όταν αυξάνεται η ζήτηση για πετρέλαιο θέρμανσης.
Η ενεργειακή αναταραχή συνδέεται με τον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, ο οποίος έχει διαταράξει τις ροές πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων από τη Μέση Ανατολή. Παρότι η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει προς το παρόν σοβαρές ελλείψεις, η περιορισμένη διαθεσιμότητα στην παγκόσμια αγορά έχει οδηγήσει σε σημαντικές αυξήσεις των τιμών.
Στις ΗΠΑ, η μέση τιμή του ντίζελ είχε φτάσει τα 6,40 δολάρια ανά γαλόνι την Παρασκευή, σύμφωνα με στοιχεία της AAA, έχοντας ξεπεράσει τον προηγούμενο μήνα τα 6 δολάρια για πρώτη φορά. Την Παρασκευή, ωστόσο, οι τιμές υποχώρησαν κατά 5%, μετά τις ειδήσεις για τη συντονισμένη αποδέσμευση αποθεμάτων.
Η πίεση της Ουάσιγκτον και το δίλημμα της Ευρώπης
Αναλυτές εκτιμούν ότι η απειλή απαγόρευσης των αμερικανικών εξαγωγών περιόρισε σημαντικά τα περιθώρια αντίδρασης της Ευρώπης. Ο Ρίτσαρντ Μπρόνζ, συνιδρυτής της Energy Aspects, προειδοποίησε ότι μια τέτοια κίνηση θα ενέτεινε τον διεθνή ανταγωνισμό για τις διαθέσιμες ποσότητες ντίζελ.
Οι τιμές αναφοράς του καυσίμου στην ευρωπαϊκή αγορά έχουν υπερδιπλασιαστεί από την έναρξη του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, σύμφωνα με στοιχεία του Intercontinental Exchange.
Πρόσθετη πίεση προκαλεί η παράταση της απαγόρευσης εξαγωγών ντίζελ από τη Ρωσία έως τα τέλη Οκτωβρίου, μετά τις επιθέσεις ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε ρωσικά διυλιστήρια. Παράλληλα, ενδεχόμενοι αυστηρότεροι περιορισμοί από την Κίνα στις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων θα μπορούσαν να περιορίσουν περαιτέρω την παγκόσμια προσφορά.
Σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, τα κράτη μέλη της ΕΕ οφείλουν να διατηρούν αποθέματα πετρελαίου που αντιστοιχούν σε τουλάχιστον 90 ημέρες καθαρών εισαγωγών. Ωστόσο, δεν υπάρχει ενιαία υποχρέωση για το ποσοστό των αποθεμάτων που πρέπει να αφορά συγκεκριμένα καύσιμα, όπως το ντίζελ, τα καύσιμα αεροσκαφών ή το πετρέλαιο θέρμανσης.
Ο Ματ Στάνλεϊ, στέλεχος της Kpler, επισήμανε ότι η συνεχής άντληση καυσίμων από τα στρατηγικά αποθέματα δεν μπορεί να αποτελεί μακροπρόθεσμη λύση, εάν οι διαταραχές στον εφοδιασμό εξακολουθήσουν να υφίστανται. Όπως προειδοποίησε, μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε ακόμη σοβαρότερα προβλήματα επάρκειας.
Τον Μάρτιο, τα κράτη μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας είχαν συμφωνήσει στην αποδέσμευση 400 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου, στη μεγαλύτερη σχετική παρέμβαση στην ιστορία του οργανισμού, ως απάντηση στις επιπτώσεις του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Παρά την προηγούμενη αυτή κινητοποίηση, η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι η Ευρώπη δεν έχει ανταποκριθεί επαρκώς στις υποχρεώσεις της για την ενίσχυση της προσφοράς.
Η νέα συμφωνία της G7 αναδεικνύει, έτσι, τόσο την προσπάθεια συγκράτησης των τιμών όσο και τις πιέσεις που ασκούνται στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες καλούνται να εξισορροπήσουν την άμεση ανάγκη τροφοδοσίας της αγοράς με τη διατήρηση επαρκών αποθεμάτων για ενδεχόμενη παρατεταμένη κρίση.