Σε ιστορικά υψηλά επίπεδα οδηγούνται φέτος οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας, καθώς ο Βλαντίμιρ Πούτιν ενέκρινε πρόσθετους πόρους ύψους σχεδόν 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων στον αρχικό προϋπολογισμό.
Η απόφαση αυτή ελήφθη όταν το Κρεμλίνο διαπίστωσε ότι οι διπλωματικές επαφές με τις ΗΠΑ δεν απέδιδαν καρπούς για μια αποδεκτή από τη Μόσχα ειρηνευτική διευθέτηση, σηματοδοτώντας την προετοιμασία της Ρωσίας για παράταση και κλιμάκωση των επιχειρήσεων στην Ουκρανία.
Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στη ρωσική κυβέρνηση, οι αμυντικές δαπάνες αναμένεται να αγγίξουν τα 17 τρισεκατομμύρια ρούβλια (περίπου 199 δισ. δολάρια) έως το τέλος του έτους, καταγράφοντας αύξηση 40% σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις.
Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει την ένταση των ρωσικών επιθέσεων στο πεδίο με πυραύλους και drones κατά ουκρανικών υποδομών ζωτικής σημασίας, ενώ ταυτόχρονα αντανακλά την αυξανόμενη καχυποψία της Μόσχας απέναντι στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Το οικονομικό αποτύπωμα αυτής της στροφής είναι βαρύ, καθώς το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας εκτινάχθηκε πάνω από τα 7 τρισεκατομμύρια ρούβλια, με την κυβέρνηση να καταφεύγει σε αυξημένο εσωτερικό δανεισμό και πωλήσεις χρυσού.
Αναλυτές του Bloomberg Economics εκτιμούν ότι, παρά τους σχεδιασμούς για σταθεροποίηση των αμυντικών κονδυλίων τα επόμενα χρόνια, το πραγματικό κόστος του πολέμου φθοράς πιθανότατα θα ξεπεράσει ξανά τις εκτιμήσεις, διατηρώντας το έλλειμμα κοντά στο 3% του ΑΕΠ.
Την ίδια στιγμή, η ρητορική του Ρώσου προέδρου απέναντι στην Ευρώπη σκληραίνει, με τον ίδιο να προειδοποιεί για τον κίνδυνο ευρύτερης αντιπαράθεσης.
Παρά τις διαβεβαιώσεις ότι η Μόσχα δεν σχεδιάζει επίθεση σε ευρωπαϊκό έδαφος, ο Πούτιν υπογράμμισε ότι σε περίπτωση άμεσης απειλής η Ρωσία θα χρησιμοποιήσει το σύνολο του στρατιωτικού και πυρηνικού της οπλοστασίου, προκειμένου να αντισταθμίσει την πληθυσμιακή και οικονομική υπεροχή των δυτικών αντιπάλων της.