Η Ρωσία έχει επεξεργαστεί σχέδιο αντιμέτρων σε περίπτωση κατάσχεσης των περιουσιακών της στοιχείων στο εξωτερικό, δήλωσε ο αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της χώρας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, κατά τη διάρκεια του Διεθνούς Νομικού Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης.
Νέες δηλώσεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις σχέσεις της Ρωσίας με τις δυτικές χώρες έκανε την Παρασκευή ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν, υποστηρίζοντας ότι η Μόσχα βρίσκεται αντιμέτωπη με το σύνολο της Δύσης.
Το κλίμα στο συνέδριο ήταν ήδη φορτισμένο, καθώς λίγες ώρες πριν, ουκρανικά drones είχαν χτυπήσει μια ναυτική βάση και έναν σταθμό πετρελαίου πολύ κοντά στον χώρο των συναντήσεων, αποδεικνύοντας ότι ο πόλεμος έχει φτάσει πλέον για τα καλά μέσα στη Ρωσία.
Μπροστά σε ένα πρωτοφανές οικονομικό αδιέξοδο βρίσκεται το Κρεμλίνο, καθώς η στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία εξελίσσεται σε μια οικονομική «μαύρη τρύπα» που απειλεί να καταπιεί τα δημόσια οικονομικά της χώρας.
Σύμφωνα με τη ρωσική υπηρεσία, το Κίεβο επιδιώκει να αποδείξει στους ευρωπαίους συμμάχους του ότι διατηρεί επιχειρησιακή ικανότητα και μπορεί να πλήξει τη ρωσική οικονομία.
Η άλλοτε λαμπερή βιτρίνα της Μόσχας, με τα πολυτελή εμπορικά κέντρα όπως το Goodzone, παρουσιάζει πλέον μια θλιβερή εικόνα εγκατάλειψης, με κλειστά καταστήματα, σβηστά φώτα και ελάχιστους πελάτες, αποτυπώνοντας την οικονομική δυσπραγία που πλήττει τη μεσοαστική τάξη.
Σε μια ασυνήθιστα αυστηρή προειδοποίηση προχώρησε ο βετεράνος ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσίας, Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, καλώντας την κυβέρνηση να λάβει άμεσα μέτρα για τη διάσωση της οικονομίας προκειμένου να αποφευχθεί μια κοινωνική έκρηξη ανάλογη με εκείνη του 1917.
Σε κατάσταση συναγερμού βρίσκεται η ρωσική οικονομία, με την επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας, Ελβίρα Ναμπιουλίνα, να προειδοποιεί για μια πρωτοφανή «υπερθέρμανση» που απειλεί τη σταθερότητα της χώρας.
Ο πόλεμος των Ηνωμένες Πολιτείες και του Ισραήλ κατά του Ιράν φαίνεται να λειτουργεί ευνοϊκά για τον πρόεδρο της Ρωσία, Βλαντίμιρ Πούτιν, προσφέροντάς του σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά οφέλη.
Σημαντική μείωση κατέγραψαν τον Μάρτιο τα έσοδα της Ρωσίας από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, υποχωρώντας κατά 43% σε ετήσια βάση και διαμορφούμενα στα 617 δισ. ρούβλια (7,72 δισ. δολάρια), σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών που δόθηκαν στη δημοσιότητα την Παρασκευή.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Ρώσου δημοσιογράφου Mikhail Zygar στους New York Times, ο Βλαντίμιρ Πούτιν βρισκόταν στις αρχές του έτους σε δεινή θέση, με τη ρωσική οικονομία να πνέει τα λοίσθια υπό το βάρος των κυρώσεων και το πετρέλαιο να πωλείται σε τιμές εξευτελιστικές.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η ρωσική οικονομία αντιμετώπιζε έντονες πιέσεις από τις δυτικές κυρώσεις, την έλλειψη εργατικού δυναμικού και τα υψηλά επιτόκια, η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή μετατρέπεται σε σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα για τη Μόσχα.
Η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν και η επακόλουθη εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι μετατρέπουν τη Ρωσία στον απρόσμενο μεγάλο κερδισμένο της γεωπολιτικής αναταραχής.
Παρά τη φαινομενική ανθεκτικότητα της ρωσικής οικονομίας των 2,8 τρισεκατομμυρίων δολαρίων απέναντι στις δυτικές κυρώσεις, η καθημερινότητα των πολιτών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δείχνει ότι το οικονομικό οχυρό του Κρεμλίνου δέχεται πλέον ισχυρές πιέσεις.
Η ρωσική οικονομία εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη και αβέβαιη φάση, καθώς τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών της χώρας για το 2025 αποκαλύπτουν σημαντικές ρωγμές στο οικοδόμημα της Μόσχας.
Τα έσοδα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού της Ρωσίας από τις πωλήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου υποχώρησαν κατά 24% το 2025, φτάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2020, όπως ανακοινώθηκε από το υπουργείο Οικονομικών.
Αν και οι στρατιωτικές δαπάνες μπορούν βραχυπρόθεσμα να στηρίξουν την παραγωγή σε συγκεκριμένους κλάδους, μακροπρόθεσμα υπονομεύουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα.
Η πώληση του εμβληματικού κτηρίου θα αποτελέσει σημαντικό τεστ για την ικανότητα της Ρωσίας να διαχειριστεί τα τεράστια χρέη της κρατικής οικονομίας, εν μέσω ενός ευρύτερου φόντου υψηλού πληθωρισμού, περιορισμένων επενδύσεων και διεθνών κυρώσεων που συνεχίζουν να επηρεάζουν τις οικονομικές ροές της χώρας.
Η ρωσική οικονομία εισέρχεται σε μια πολυετή στασιμότητα, η οποία, παρότι επιτρέπει στο Κρεμλίνο να διατηρήσει την πολεμική προσπάθεια για τους επόμενους δώδεκα μήνες, θα διαβρώσει σταδιακά τα δημοσιονομικά, βιομηχανικά και τεχνολογικά θεμέλια που απαιτούνται για να συνεχιστεί η σύγκρουση με την ίδια ένταση μετά το 2026.