Αποκαλύψεις για έντονες παρασκηνιακές διαφωνίες στο εσωτερικό της ιρακινής κυβέρνησης έρχονται στο φως, αναδεικνύοντας τα στενά περιθώρια ελιγμών που διαθέτει η Βαγδάτη απέναντι στις αμερικανικές αξιώσεις και τις ιρανικές επιρροές.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η πρόσφατη συνάντηση του Ιρακινού Πρωθυπουργού, Αλί αλ-Ζαϊντί, με τον Αμερικανό Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ στη Νέα Υόρκη πραγματοποιήθηκε χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του υπουργικού συμβουλίου, πυροδοτώντας κύμα αντιδράσεων.
Η συνάντηση αυτή συνοδεύτηκε από αμερικανικές προειδοποιήσεις για επιβολή οικονομικών κυρώσεων, εξαναγκάζοντας το Ιράκ να επιβάλει άμεσα περιορισμούς στις ιρανικές πτήσεις, παρά τις έντονες προειδοποιήσεις Υπουργών για τις πολιτικές και ασφαλιστικές συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης.
Η άμεση συμμόρφωση της Βαγδάτης στις αμερικανικές απαιτήσεις προκάλεσε την άμεση αντίδραση των φιλοϊρανικών ένοπλων οργανώσεων, όπως η Χαρακάτ αλ-Νουτζάμπα και η Κατάιμπ Χεζμπολάχ, οι οποίες διοργάνωσαν διαδηλώσεις και απέκλεισαν το αεροδρόμιο της Νατζάφ —κομβικό κέντρο σιιτικού προσκυνήματος.
Η αναταραχή ανάγκασε την ιρακινή κυβέρνηση σε διαπραγματεύσεις με το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών, καταλήγοντας στις 2 Οκτωβρίου σε μια μερική εξαίρεση για τις ιρανικές εταιρείες (πλην της Mahan Air).
Ωστόσο, οι όροι που έθεσε η Ουάσινγκτον για την άρση του μπλόκου —όπως ο έλεγχος των λιστών επιβατών, η παρακολούθηση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών και η διατήρηση αρχείων καυσίμων για μια δεκαετία— μετατρέπουν ουσιαστικά τις ιρακινές αρχές σε μηχανισμό επιβολής των αμερικανικών κυρώσεων εντός της ίδιας τους της επικράτειας.
Η ρίζα της ευάλωτης θέσης του Ιράκ απέναντι στην Ουάσινγκτον βρίσκεται στην ολοκληρωτική οικονομική του εξάρτηση από το δολλάριο. Τα έσοδα από τις ιρακινές εξαγωγές πετρελαίου κατατίθενται στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης (Federal Reserve Bank of New York), ένα καθεστώς που χρονολογείται από την εποχή των κυρώσεων του 1990 και την εισβολή του 2003.
Οποιαδήποτε καθυστέρηση ή εμπλοκή στις τραπεζικές μεταφορές από τις ΗΠΑ μπορεί να προκαλέσει άμεση στάση πληρωμών, ελλείψεις σε εισαγωγές αγαθών και κατάρρευση του κρατικού προϋπολογισμού, καθιστώντας την οικονομική απειλή των ΗΠΑ πολύ πιο δραστική από τη στρατιωτική τους παρουσία.
Την ίδια στιγμή, το ζήτημα του αφοπλισμού των φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών οξύνει το εσωτερικό μέτωπο. Ενώ η Βαγδάτη επιχειρεί να παρουσιάσει ένα χρονοδιάγραμμα παράδοσης οπλισμού ως δική της κυριαρχική απόφαση για να αποφύγει την εικόνα υποταγής στις ΗΠΑ, οι ένοπλες ομάδες αρνούνται να συμμορφωθούν.
Επεισόδια όπως η βεβήλωση αμερικανικών σημαιών σε παρέλαση και οι συλλήψεις που ακολούθησαν υπογραμμίζουν το βαθύ ρήγμα. Με την Τεχεράνη να διατηρεί ισχυρά ερείσματα και τις ΗΠΑ να ελέγχουν τις στρόφιγγες του πετρελαϊκού πλούτου, το Ιράκ παραμένει εγκλωβισμένο σε μια διαρκή διαπάλη εξουσίας που απειλεί τη σταθερότητα των θεσμών του.