Το ενδεχόμενο να ζητήσει από την Τουρκία να συμμετάσχει σε στρατιωτική επιχείρηση κατά των Χούθι στην Υεμένη άφησε ανοιχτό ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι ο Τούρκος ομόλογός του, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, θα ανταποκρινόταν θετικά σε ένα τέτοιο αίτημα. Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε στον πόλεμο στην Ουκρανία, τη συνεργασία των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών με το Κίεβο και τη συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο Τραμπ ρωτήθηκε εάν σχεδιάζει να ζητήσει τη συμμετοχή της Άγκυρας στις επιχειρήσεις κατά των Χούθι, εν μέσω της κλιμάκωσης των συγκρούσεων στην Υεμένη και των επιθέσεων στην ευρύτερη περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας.
«Ενδέχεται να το κάνω. Ο πρόεδρος Ερντογάν είναι πολύ καλός μου φίλος. Τον σέβομαι πολύ», απάντησε.
Στη συνέχεια πρόσθεσε: «Νομίζω ότι ο πρόεδρος Ερντογάν θα έκανε αυτό που θα του ζητούσα».
Ανοιχτό το ενδεχόμενο εμπλοκής της Άγκυρας στην Υεμένη
Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου έρχονται σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στη Μέση Ανατολή, με τους Χούθι να κλιμακώνουν τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις.
Το κίνημα των Χούθι, το οποίο υποστηρίζεται από το Ιράν, βρίσκεται σε σύγκρουση με την κυβέρνηση της Υεμένης, που στηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία, από το 2014.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μεταδίδονται, η σύγκρουση έχει ενταθεί μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν, πριν από περίπου οκτώ μήνες.
Το τελευταίο διάστημα, οι Χούθι έχουν αυξήσει τις επιθέσεις τους εναντίον εμπορικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα και στο Στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ, ένα από τα σημαντικότερα περάσματα για τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Παράλληλα, αναφέρονται επιθέσεις στο διεθνές αεροδρόμιο Βασιλιάς Χαλίντ του Ριάντ, οι οποίες, σύμφωνα με τις διαθέσιμες αναφορές, προκάλεσαν τον θάνατο 13 ανθρώπων και τον τραυματισμό περισσότερων από 300, ενώ οδήγησαν και στο κλείσιμο του εναέριου χώρου πάνω από τη σαουδαραβική πρωτεύουσα.
Πάντως, ο Τραμπ δεν ανακοίνωσε ότι έχει υποβληθεί επίσημο αίτημα προς την Τουρκία ούτε ότι έχει ληφθεί απόφαση για τουρκική στρατιωτική συμμετοχή.
Τραμπ: «Συνεχίζουμε να μοιραζόμαστε πληροφορίες με την Ουκρανία»
Ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε επίσης στη συνεργασία των ΗΠΑ με την Ουκρανία, διαβεβαιώνοντας ότι η ανταλλαγή πληροφοριών συνεχίζεται.
«Τους βοηθάμε και μοιραζόμαστε πληροφορίες μαζί τους», δήλωσε.
Όπως εξήγησε, η Ουάσιγκτον διατηρεί επαφές τόσο με το Κίεβο όσο και με τη Μόσχα, επιδιώκοντας τον τερματισμό του πολέμου.
«Θέλουμε να τελειώσει ο πόλεμος, γι' αυτό συνεργαζόμαστε τόσο με εκείνους όσο και με τη Ρωσία για να επιτύχουμε τον τερματισμό του», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η δήλωση έρχεται ενώ έχουν διατυπωθεί ερωτήματα σχετικά με την αμερικανική υποστήριξη προς την Ουκρανία και τις επιπτώσεις των ενεργειακών συμφωνιών με τη Ρωσία.
«Πούτιν και Ζελένσκι θέλουν να τελειώσει ο πόλεμος, αλλά υπάρχει πολύ μίσος»
Αναφερόμενος στους προέδρους της Ρωσίας και της Ουκρανίας, Βλαντίμιρ Πούτιν και Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο Τραμπ υποστήριξε ότι και οι δύο επιθυμούν τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Ωστόσο, εκτίμησε ότι η προσωπική και πολιτική αντιπαράθεσή τους δυσκολεύει την επίτευξη συμφωνίας.
«Υπάρχει πολύ μεγάλο μίσος μεταξύ τους», δήλωσε, προσθέτοντας ότι οι δύο ηγέτες «δεν ξέρουν πώς να φτάσουν σε αυτό το σημείο».
Πρόκειται για εκτίμηση του Αμερικανού προέδρου, χωρίς να έχει ανακοινωθεί κάποια νέα συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου.
Τι απάντησε για τη συμφωνία με το ρωσικό ντίζελ
Ο Τραμπ δέχθηκε ερωτήσεις και για τη συμφωνία που αφορά το ρωσικό ντίζελ, η οποία έχει προκαλέσει αντιδράσεις μεταξύ Αμερικανών βουλευτών τόσο των Ρεπουμπλικανών όσο και των Δημοκρατικών.
Οι επικριτές της συμφωνίας εκφράζουν ανησυχίες ότι ενδέχεται να υπονομεύει τις αμερικανικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη ρωσική ενέργεια μετά την εισβολή στην Ουκρανία.
Όταν ρωτήθηκε εάν τα έσοδα από τη συμφωνία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τη Μόσχα για την αγορά περισσότερων όπλων και βομβών, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν απάντησε ευθέως.
«Πρόκειται για συμφωνία για το ντίζελ, όχι για εμάς. Το ντίζελ αυτό διατίθεται στην παγκόσμια αγορά. Δεν προορίζεται για εμάς», υποστήριξε.
Η απάντησή του δεν διευκρίνισε πώς αντιμετωπίζονται οι ανησυχίες για τα πιθανά οικονομικά οφέλη της Ρωσίας από τη συμφωνία.