Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ δεν είναι απλώς μια ενεργειακή συναλλαγή. Είναι μια πολιτική εικόνα με ισχυρό συμβολισμό: Την ώρα, που η Ευρώπη επιμένει στις κυρώσεις κατά της Μόσχας, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανοίγει παράθυρο για τη διάθεση ρωσικού πετρελαϊκού προϊόντος στις διεθνείς αγορές, επικαλούμενος την ανάγκη να συγκρατηθούν οι τιμές.
Το μήνυμα προς τους Ευρωπαίους είναι άβολο: Η Ουάσιγκτον μπορεί να αλλάζει γραμμή όταν το επιβάλλει η δική της εσωτερική πίεση!
Οι ποσότητες, που ανακοινώθηκαν, δεν αναμένεται να ανατρέψουν από μόνες τους το ράλι των τιμών στην παγκόσμια αγορά καυσίμων, όμως η πολιτική αξία της συμφωνίας είναι μεγαλύτερη από την εμπορική της.
Με τα έσοδα, που θα εισρεύσουν στη Ρωσία, ο Ρώσος πρόεδρος θα μπορεί να παρουσιάζει τη μερική άρση των περιορισμών ως ρήγμα στην προσπάθεια απομόνωσής της χώρας του. Το Κρεμλίνο κερδίζει έτσι όχι μόνο χρήματα, αλλά και κάτι στρατηγικά χρησιμότερο, την εικόνα ότι η πίεση της Δύσης δεν είναι ενιαία ούτε διαρκής.
Για την Ευρώπη, αυτό είναι ένα ακόμη πλήγμα στην ήδη εύθραυστη διατλαντική συνοχή. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να εξηγήσουν στους πολίτες τους γιατί επιμένουν σε μια πολιτική που έχει κόστος, όταν ο βασικός τους σύμμαχος εμφανίζεται έτοιμος να την παρακάμψει. Και εδώ ακριβώς ανοίγει το πολιτικό πεδίο για τις δυνάμεις, που υπόσχονται ρήξη με το κατεστημένο.
Η αντίφαση αποκαλύπτει και ένα βαθύτερο πρόβλημα, ότι η ενεργειακή ασφάλεια εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως άθροισμα εθνικών συναλλαγών και όχι ως κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική. Όταν κάθε πρωτεύουσα μετρά μόνη της το κόστος, η ενότητα γίνεται ευάλωτη στην πρώτη κρίση τιμών και η γεωπολιτική υποχωρεί μπροστά στον εκλογικό ορίζοντα.
Η Ακροδεξιά μπορεί να αξιοποιήσει τη συμφωνία ως επιχείρημα κατά των κυρώσεων, της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας και της «θυσίας» των εθνικών οικονομιών για μια στρατηγική που, όπως θα υποστηρίξει, αποφασίζεται αλλού., ενώ η ριζοσπαστική Αριστερά μπορεί, από διαφορετική αφετηρία, να καταγγείλει την υποταγή της ευρωπαϊκής πολιτικής στις επιλογές της Ουάσιγκτον, την πολεμική κλιμάκωση και την προτεραιότητα των εξοπλισμών έναντι της κοινωνικής προστασίας.
Δεν πρόκειται για ταύτιση των δύο άκρων, πρόκειται για διαφορετικές πολιτικές αφηγήσεις, που τρέφονται από την ίδια δυσπιστία προς τους θεσμούς και τις κυβερνήσεις.
Αυτό, δεν σημαίνει, ότι η συμφωνία θα μετατραπεί αυτομάτως σε ψήφους. Μπορεί να ενισχύσει και την αντίθετη αντίδραση... Την οργή απέναντι σε μια συναλλαγή, που αυξάνει τα έσοδα της Ρωσίας, ενώ συνεχίζονται οι επιθέσεις στην Ουκρανία. Η πολιτική έκβαση θα εξαρτηθεί από το ποιος θα καταφέρει να συνδέσει πειστικότερα την ενεργειακή ακρίβεια με την ευθύνη της κρίσης και το κόστος της ασφάλειας.
Η συγκυρία, πάντως, είναι εκρηκτική. Η Γαλλία οδεύει προς προεδρικές εκλογές το 2027 με την Ακροδεξιά σε ισχυρή θέση και την Αριστερά κατακερματισμένη. Η Ιταλία και η Ισπανία μπαίνουν επίσης σε εκλογικό ορίζοντα. Σε αυτές τις αναμετρήσεις, η ενέργεια, η Ουκρανία και η σχέση με τις ΗΠΑ δεν θα είναι χωριστά ζητήματα. Θα συμπυκνωθούν σε ένα ερώτημα: Ποιος αποφασίζει για την Ευρώπη και ποιος πληρώνει το τίμημα;
Η συμφωνία Τραμπ-Πούτιν δεν χαρίζει την εξουσία στα άκρα... Τους προσφέρει, όμως, ένα ισχυρό επιχείρημα: Ότι το ευρωπαϊκό κέντρο ζητά από τους πολίτες αντοχή, χωρίς να μπορεί να εγγυηθεί ούτε ενότητα ούτε στρατηγικό έλεγχο. Και αυτό, μπροστά στις κάλπες, μπορεί να αποδειχθεί πιο εκρηκτικό από κάθε φορτίο ντίζελ!!!
ΠΗΓΗ: tomanifesto.ge