Στις αντοχές του κρατικού προϋπολογισμού και στη συνετή δημοσιονομική διαχείριση παρέπεμψε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας στις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης για τα νέα μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής ακρίβειας.
Κατά την τακτική ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο κ. Μαρινάκης σημείωσε ότι οι πρόσθετες ενισχύσεις κατέστησαν εφικτές χάρη στην αύξηση των δημόσιων εσόδων και τη διατήρηση των απαραίτητων αποθεμάτων.
Κατηγόρησε, παράλληλα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης για ανέφικτες διεκδικήσεις, υπογραμμίζοντας πως κάθε επιπλέον δαπάνη προέρχεται από τα χρήματα των φορολογουμένων και οφείλει να συνοδεύεται από συγκεκριμένες πηγές χρηματοδότησης.
Όπως τόνισε, η οικονομική πολιτική που εφαρμόζεται από το 2019 έχει επιτρέψει τη μείωση των φορολογικών συντελεστών παράλληλα με την ενίσχυση των εσόδων. Αν και αναγνώρισε τις αυξημένες πιέσεις που υφίστανται τα νοικοκυριά, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση εξαντλεί κάθε διαθέσιμο περιθώριο για τον περιορισμό των επιπτώσεων της κρίσης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο επίδομα θέρμανσης και την τιμή του πετρελαίου, η μέση τιμή του οποίου εκτιμάται κοντά στο 1,55 ευρώ το λίτρο, μετά τη συνδυασμένη μείωση των 40 λεπτών από το κράτος και τα διυλιστήρια.
Το φετινό επίδομα εμφανίζεται αυξημένο κατά 30% και κυμαίνεται από 130 έως 1.560 ευρώ, ενώ υπενθύμισε τη διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων σε σχέση με το 2019, τα οποία διαμορφώνονται στις 16.000 ευρώ για άγαμο και φτάνουν έως τις 34.000 ευρώ για οικογένεια με δύο παιδιά.
Αναφερόμενος στις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε ότι η συζήτηση για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία δικαιώνει τις παρεμβάσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, απαντώντας παράλληλα στις επικρίσεις του πρόεδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη.
Τέλος, ο κ. Μαρινάκης επιβεβαίωσε την υποβολή αιτήματος από τη γαλλική εταιρεία Nexans για τις απαραίτητες άδειες διεξαγωγής ερευνών και πόντισης του υποθαλάσσιου καλωδίου στο πλαίσιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου (Great Sea Interconnector).
Διευκρίνισε ότι οι σχετικές αδειοδοτήσεις ζητούνται αποκλειστικά από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, χωρίς συνεννόηση με τρίτα κράτη πέραν της Γαλλίας και της Κύπρου, ενώ οι έρευνες θα πραγματοποιηθούν από γαλλικό ερευνητικό σκάφος.