Κάλπες, πετρέλαιο και πόλεμος: Γιατί ο Τραμπ εγκαταλείπει τη σκληρή γραμμή απέναντι στη Ρωσία

 
τραμπ και πουτιν

Ενημερώθηκε: 18/10/26 - 23:09

Η προοπτική πολιτικών απωλειών για τον Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου φαίνεται να επηρεάζει καθοριστικά τη στάση του απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία, με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης.

Η απόφαση της Ουάσιγκτον να χαλαρώσει την πίεση προς τη Μόσχα, προκειμένου να περιοριστούν οι τιμές των καυσίμων, προκαλεί νέα ένταση στις αμερικανοουκρανικές σχέσεις και ενισχύει τις ανησυχίες στο Κίεβο για την πορεία της αμερικανικής υποστήριξης.

Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που οι εκλογικές επιδιώξεις του Τραμπ επηρεάζουν τις σχέσεις του με τον Ουκρανό πρόεδρο. Το 2019, λίγο πριν από την προεκλογική εκστρατεία για τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2020, ο Τραμπ είχε ζητήσει από τον Ζελένσκι να συνεργαστεί με τον τότε γενικό εισαγγελέα Ουίλιαμ Μπαρ και τον προσωπικό του δικηγόρο Ρούντι Τζουλιάνι, προκειμένου να διερευνηθούν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του Τζο Μπάιντεν και του γιου του, Χάντερ, με τον ουκρανικό ενεργειακό όμιλο Burisma.

Η τηλεφωνική συνομιλία αποκαλύφθηκε και αποτέλεσε αφορμή για την πρώτη παραπομπή του Τραμπ από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, με το ενδεχόμενο καθαίρεσης. Η ένταση εκείνης της περιόδου εξακολουθεί να σκιάζει τις σχέσεις των δύο ηγετών, όπως φάνηκε και από τη σφοδρή δημόσια αντιπαράθεσή τους στο Οβάλ Γραφείο, τον Φεβρουάριο του 2025.

Από την Αλάσκα στη νέα στροφή προς τη Μόσχα

Η πρόθεση του Τραμπ να επιδιώξει τον τερματισμό του πολέμου με όρους που θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί από τη Ρωσία έγινε εμφανής μετά τη συνάντησή του με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα, τον Αύγουστο του 2025. Παρά τις αλλαγές στην αμερικανική πολιτική, η Ουκρανία εξακολούθησε να λαμβάνει στρατιωτική υποστήριξη, αν και το οικονομικό βάρος μεταφέρθηκε σε μεγάλο βαθμό στους Ευρωπαίους συμμάχους και στον Καναδά μέσω του προγράμματος PURL, που διευκολύνει την αγορά αμερικανικών όπλων για το Κίεβο.

Καθοριστική παραμένει επίσης η συνδρομή των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών και η χρήση του δορυφορικού δικτύου Starlink, το οποίο έχει αποκτήσει στρατηγική σημασία για τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις.

Ωστόσο, η ανησυχία για τις πολιτικές επιπτώσεις της αύξησης των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ φαίνεται να οδήγησε τον Αμερικανό πρόεδρο σε νέα αναπροσαρμογή της στάσης του. Με τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου να πλησιάζουν, ο Τραμπ επιχειρεί να εμφανιστεί ως ηγέτης που μπορεί να μειώσει το ενεργειακό κόστος για τους Αμερικανούς, ακόμη και μέσω συνεννόησης με τη Μόσχα.

Στις 9 Οκτωβρίου, κατά τη διάρκεια συνάντησης στο Μαϊάμι με τη συμμετοχή Ουκρανών αξιωματούχων και Ευρωπαίων συμμάχων, ο ειδικός απεσταλμένος του Λευκού Οίκου Στιβ Γουίτκοφ ενημέρωσε τους συνομιλητές του ότι ο Τραμπ είχε συμφωνήσει με τον Πούτιν να χαλαρώσει τους περιορισμούς στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου, με αντάλλαγμα την ενίσχυση της προσφοράς ντίζελ στις διεθνείς αγορές.

Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έκρυψε ότι βασικό κίνητρο της απόφασης είναι η συγκράτηση των τιμών στην αμερικανική αγορά, με ιδιαίτερη έμφαση στις ανάγκες αγροτών, κτηνοτρόφων και επαγγελματιών οδηγών.

Πιέσεις προς το Κίεβο και το ζήτημα της στρατιωτικής βοήθειας

Σύμφωνα με δημοσιεύματα των New York Times, ο Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Τραμπ και συμμετέχων στις σχετικές συνομιλίες, φέρονται να άσκησαν πιέσεις στην ουκρανική πλευρά, προειδοποιώντας για πιθανό περιορισμό της αμερικανικής υποστήριξης, ιδίως στον τομέα των πληροφοριών, εάν το Κίεβο δεν σταματούσε τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια.

Η άρνηση του Ζελένσκι να αποδεχθεί μια συμφωνία χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις για την προστασία των ουκρανικών ενεργειακών υποδομών επιδείνωσε περαιτέρω το κλίμα. Ο Τραμπ έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να αμφισβητήσει δημόσια την ικανότητα του Ουκρανού προέδρου να πετύχει συμφωνία με τη Ρωσία, προτείνοντας να αντικατασταθεί από κάποιον που θα μπορούσε να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις.

Στη συνέχεια, η αντιπαράθεση επεκτάθηκε και στη λειτουργία του Starlink, καθώς καταγράφηκαν περιορισμοί στη χρήση του από τις ουκρανικές δυνάμεις. Το δίκτυο, μαζί με τη στρατιωτική εκδοχή Starshield, αποτελεί σημαντικό εργαλείο επικοινωνίας και συντονισμού των επιχειρήσεων, ενώ η αξιοπιστία του επηρεάζει άμεσα τις δυνατότητες χρήσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν την ανησυχία στο Κίεβο ότι η στρατιωτική υποστήριξη των ΗΠΑ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πίεσης για την αποδοχή όρων που θα ευνοούν τη Μόσχα. Παράλληλα, ο Ίλον Μασκ έχει ταχθεί δημόσια κατά του Ζελένσκι, εντείνοντας το πολιτικό βάρος της αντιπαράθεσης.

Η «ενεργειακή εκεχειρία» και οι άνισοι όροι

Ο Τραμπ ανακοίνωσε στη συνέχεια μια ενεργειακή εκεχειρία, χωρίς να εξασφαλίσει δημόσια επιβεβαίωση από το Κίεβο και τη Μόσχα. Ο Ζελένσκι εμφανίστηκε πρόθυμος να τηρήσει τη συμφωνία, υπό την προϋπόθεση ότι η Ρωσία θα σταματούσε να πλήττει τις ουκρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.

Η ερμηνεία της εκεχειρίας, ωστόσο, προκάλεσε νέες αντιδράσεις, καθώς η Ουκρανία διαθέτει περιορισμένες δυνατότητες διύλισης σε σύγκριση με τη Ρωσία. Έτσι, μια συμφωνία που θα περιόριζε τις επιθέσεις στα διυλιστήρια χωρίς να προστατεύει συνολικά το ουκρανικό ενεργειακό δίκτυο θα μπορούσε να αποφέρει σαφώς μεγαλύτερα οφέλη στη Μόσχα.

Την ίδια στιγμή, οι ρωσικές επιθέσεις στις ουκρανικές υποδομές συνεχίζονται, εντείνοντας την πίεση σε μια χώρα που προετοιμάζεται για έναν δύσκολο χειμώνα. Οι διακοπές ηλεκτροδότησης και οι κίνδυνοι για τη θέρμανση και την υδροδότηση εντείνουν την ανησυχία για τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού.

Ο Ζελένσκι έχει επίσης καταγγείλει ότι η Ουκρανία δεν έλαβε έγκαιρη προειδοποίηση από τις αμερικανικές υπηρεσίες για συγκεκριμένες ρωσικές επιθέσεις, γεγονός που, κατά την εκτίμησή του, υποδηλώνει περαιτέρω επιδείνωση της συνεργασίας με την Ουάσιγκτον.

Η Ουκρανία στη σκιά του πολέμου με το Ιράν

Η μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής συνδέεται και με τις επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Αν και οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις επηρεάζουν την προσφορά, η ευρύτερη αναστάτωση στις ενεργειακές ροές λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία για τις τιμές.

Το Κίεβο είχε επιχειρήσει να αξιοποιήσει τη στρατιωτική του εμπειρία στην αντιμετώπιση ιρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, προσφέροντας τεχνογνωσία και υποστήριξη σε χώρες του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ.

Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή δεν φαίνεται να απέτρεψε την επιδείνωση των σχέσεων με την Ουάσιγκτον. Αντίθετα, η ανάγκη του Τραμπ να περιορίσει το ενεργειακό κόστος στο εσωτερικό των ΗΠΑ φαίνεται να υπερισχύει, τουλάχιστον προσωρινά, των ανησυχιών του Κιέβου για τη στρατιωτική του ασφάλεια.

Τα οικονομικά συμφέροντα και ο ρόλος της Ευρώπης

Η προσέγγιση του Τραμπ προς τη Μόσχα εγείρει ερωτήματα και για τα οικονομικά συμφέροντα που ενδέχεται να διαμορφώνουν την αμερικανική πολιτική. Δημοσιεύματα έχουν αναφερθεί σε προτάσεις για την αγορά περιουσιακών στοιχείων του ρωσικού πετρελαϊκού ομίλου Lukoil, ενώ η επαναφορά της Ρωσίας σε διεθνείς οικονομικές συζητήσεις ενισχύει τα σενάρια για ευρύτερες συμφωνίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Την ίδια ώρα, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν περιορίσει την εξάρτησή τους από το ρωσικό φυσικό αέριο, στρεφόμενες σε μεγάλο βαθμό στο αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο, συχνά με υψηλότερο κόστος. Τώρα καλούνται να διαχειριστούν μια αμερικανική πολιτική που επιδιώκει εκ νέου οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν τις αντιφάσεις της δυτικής στρατηγικής και δημιουργούν νέα ερωτήματα για τη συνοχή της διατλαντικής συμμαχίας. Για το Κίεβο, το βασικό διακύβευμα παραμένει η διατήρηση της αμερικανικής στρατιωτικής και πληροφοριακής υποστήριξης, σε μια περίοδο κατά την οποία οι πιέσεις για συμβιβασμό με τη Μόσχα εντείνονται.

Η συνέχεια θα εξαρτηθεί τόσο από τις αποφάσεις του Λευκού Οίκου όσο και από το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών. Μέχρι τότε, ο Ζελένσκι καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη διατήρησης της αμερικανικής βοήθειας και στην άρνησή του να αποδεχθεί μια συμφωνία που, κατά την εκτίμηση του Κιέβου, θα μπορούσε να αφήσει την Ουκρανία περισσότερο εκτεθειμένη απέναντι στη Ρωσία.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ