Σύμφωνα με ανάλυση της ισπανικής εφημερίδας El País, η πρωτοφανής αυτή κινητοποίηση ξεπερνά κατά πολύ την αντίδραση των ΗΠΑ σε παλαιότερες καταστροφές, όπως ο σεισμός στη Μιανμάρ το 2024 ή ο τυφώνας Melissa το 2025, και αποτελεί crash test για το λεγόμενο «δόγμα Ντονρόε».
Σημαντική φθορά καταγράφει η δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ μετά τον πόλεμο με το Ιράν, σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση των Reuters και Ipsos, η οποία δείχνει ότι η πλειονότητα των Αμερικανών αμφισβητεί τόσο το κόστος της σύγκρουσης όσο και τις προοπτικές διαρκούς ειρήνης μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης.
Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, στην προφανή απελπισία της να απεγκλωβιστεί από τη στρατιωτική σύγκρουση που ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση των ΗΠΑ περιόρισε, παραμέρισε ή εγκατέλειψε σχεδόν όλους τους αρχικούς, φιλόδοξους στόχους της.
Ο Μασάντ Μπούλος, ανώτερος σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ για αραβικές και αφρικανικές υποθέσεις, ηγείται των προσπαθειών για τη συγχώνευση των αντίπαλων κυβερνήσεων της ανατολικής και της δυτικής Λιβύης κάτω από μια κοινή διοικητική αρχή.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτήρισε τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στον Λίβανο ως μια διαφορετική περίπτωση σε σχέση με άλλες εκεχειρίες που έχουν επιτευχθεί σε περιοχές συγκρούσεων ανά τον κόσμο, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη συμφωνία διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας ότι η στάση της Ουάσινγκτον απέναντι στο νησί παραμένει αμετάβλητη.
Στο επίκεντρο αυτής της δομής βρίσκεται η σύζευξη της ισραηλινής καινοτομίας με τα κεφάλαια των χωρών του Κόλπου, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών, με βασικό στόχο τον περιορισμό της κινεζικής επιρροής.
Παρά την αίσθηση του Λευκού Οίκου ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε συμβιβασμό, η απόσταση σε κομβικά ζητήματα παραμένει μεγάλη, με αιχμή του δόρατος το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και το χρονοδιάγραμμα αποδέσμευσης των παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων.
Η προοπτική μιας διπλωματικής συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν μπορεί να γεννά ελπίδες, ωστόσο η ανάλυση της ιστορίας και της συμπεριφοράς της Τεχεράνης αποδεικνύει ότι η απειλή της Ισλαμικής Δημοκρατίας δεν πρόκειται να εκλείψει.
Παρά τις καταστροφικές αεροπορικές επιδρομές που δέχθηκε από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, το Ιράν επέδειξε αντοχή και κατάφερε να μετατρέψει τον έλεγχο των Στενών σε ένα πανίσχυρο όπλο πίεσης κατά της παγκόσμιας οικονομίας, αναγκάζοντας την Ουάσινγκτον σε συμβιβασμό προκειμένου να αποφευχθεί μια παγκόσμια ύφεση.
Η πρόσφατη έκθεση του αμερικανικού Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς το Κογκρέσο για την πολιτική των ΗΠΑ στα Δυτικά Βαλκάνια ερμηνεύεται πλέον από την περιοχή όχι ως ένα ακόμη τυπικό έγγραφο, αλλά ως σήμα ότι η Ουάσιγκτον επαναπροσδιορίζει τις επιδιώξεις της.
Αυτή η αναδιάταξη δυνάμεων σηματοδοτεί μια νέα φάση παρατεταμένης στρατιωτικής αντιπαράθεσης, καθιστώντας το γεωπολιτικό περιβάλλον της Ευρώπης ακόμη πιο ασταθές και απρόβλεπτο.
Ενώ το Πεντάγωνο επιχειρεί να καθησυχάσει την κοινή γνώμη παρουσιάζοντας το κόστος της σύγκρουσης με το Ιράν στο «χαμηλό» ποσό των 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ανεξάρτητοι αναλυτές προειδοποιούν πως το πραγματικό τίμημα είναι πολλαπλάσιο και κυρίως στρατηγικό.
Σε μια νέα, ιδιαιτέρως επιθετική παρέμβαση προχώρησε ο αντιπρόεδρος του ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για το ξέσπασμα μιας παγκόσμιας σύρραξης.
Πολλοί υπάλληλοι των υπουργείων Αμυνας και Εξωτερικών έχουν ήδη «τεθεί σε αργία», ενώ όλοι οι άλλοι καλούνται τώρα να εργαστούν άνευ αποδοχών. Ανησυχία για τις επιπλοκές στα μέτωπα της εθνικής ασφάλειας και της εξωτερικής πολιτικής
Μια μεγάλη διεθνής κρίση είναι «πολύ πιο πιθανή» στη δεύτερη θητεία του Τραμπ, δεδομένης της «ανικανότητας του εκλεγμένου προέδρου να επικεντρωθεί» στην εξωτερική πολιτική, προειδοποίησε ο Τζον Μπόλτον.
Οι ΗΠΑ πρέπει να είναι προετοιμασμένες να επεκτείνουν την πυρηνική τους δύναμη για να αποτρέψουν τις αυξανόμενες απειλές από την Κίνα, τη Ρωσία και τη Βόρεια Κορέα, είναι η οδηγία της κυβέρνησης Μπάιντεν.