Μικρότερη ανάπτυξη ελληνικής οικονομίας , σε σχέση με τις κυβερνητικές προβλέψεις, περιμένει ο ΟΟΣΑ

Μικρότερη ανάπτυξη ελληνικής οικονομίας , σε σχέση με τις κυβερνητικές προβλέψεις, περιμένει ο ΟΟΣΑ
Ενημερώθηκε: 21/11/18 - 13:14

Ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας πάνω από το 2% για το 2019 και το 2020, προβλέπει ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) . Συγκεκριμένα, το ελληνικό ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) προβλέπεται να αυξηθεί 2,2% το 2019 και 2,1% το 2020, όταν το διεθνές οικονομικό περιβάλλον θα είναι πιο αδύναμο, ενώ εκτιμάται ότι φέτος θα αυξηθεί 2,1%. «Η μεγάλη συμβολή των εξαγωγών στην ανάπτυξη θα μειωθεί, αλλά θα αποκτήσουν δυναμική η ανάκαμψη της κατανάλωσης των νοικοκυριών και οι επενδύσεις με την αύξηση της εμπιστοσύνης. Η συνεχής εφαρμογή του μεταρρυθμιστικού προγράμματος της κυβέρνησης θα στηρίξει την ανάκαμψη. Η ανεργία, αν και είναι ακόμη υψηλή, θα συνεχίσει να μειώνεται», αναφέρει η έκθεση.

Οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ είναι λιγότερο αισιόδοξες από τις κυβερνητικές εκτιμήσεις, σύμφωνα με τις οποίες το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 2,5% το 2019.

Η ανεπαρκής χρηματοδότηση παραμένει ένας μεγάλος περιορισμός για τις επενδύσεις, ενώ αργή είναι η πρόοδος στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων και την ιδιωτικοποίηση κρατικής περιουσίας, σύμφωνα με την εξαμηνιαία έκθεσή του για τις οικονομικές προοπτικές των χωρών - μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.

«Ο τραπεζικός δανεισμός στους πιο δυναμικούς τομείς, όπως ο τουρισμός και το εμπόριο, έχει σταθεροποιηθεί, αλλά συνολικά συνεχίζει να μειώνεται. Οι καταθέσεις επιστρέφουν σταδιακά, καθώς έχουν χαλαρώσει οι έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων. Η έκτακτη χρηματοδοτική βοήθεια (ELA) στις τράπεζες έχει σχεδόν εξαλειφθεί. Οι τράπεζες επιτυγχάνουν τους στόχους τους για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, κυρίως μέσω πωλήσεων ή διαγραφών. Τα μη εξυπηρετούμενα επιχειρηματικά και καταναλωτικά δάνεια εκκαθαρίζονται ταχύτερα από τα στεγαστικά δάνεια, καθώς τα τελευταία έχουν μεγαλύτερη νομική προστασία. Οι τιμές των τραπεζικών μετοχών παραμένουν άστατες λόγω ανησυχιών για την ικανότητά τους να αντλήσουν νέα κεφάλαια, αν χρειασθεί», σημειώνει ο ΟΟΣΑ.

Κυριότερος μπροστάρης της ανάκαμψης θα είναι οι εξαγωγές, οι οποίες θα ωφεληθούν από «αυξανόμενη ζήτηση από το εξωτερικό και βελτιωμένη ανταγωνιστικότητα». Ο Οργανισμός προβλέπει επίσης αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, κατά 1,1%, και τόνωση των επενδύσεων κατά 9,4%.

Ο ΟΟΣΑ ωστόσο επισημαίνει πως η στήριξη των επενδύσεων θα απαιτήσει τήρηση των μεταρρυθμίσεων για την ανταγωνιστικότητα των αγορών αγαθών και υπηρεσιών. Υπογραμμίζει δε πως καλύτερες επιδόσεις στο μεταρρυθμιστικό έργο θα αύξαναν την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές πέρα από τις προσδοκίες.

Στο κοινωνικό μέτωπο, θετικά αξιολογούνται μεταξύ άλλων τα επερχόμενα προγράμματα επιδότησης ενοικίου και παροχής σχολικών γευμάτων, που θεωρούνται σημαντικά «ώστε να μειωθεί το υψηλό επίπεδο φτώχειας».

Ο Οργανισμός υπογραμμίζει όμως πως το όλο σύστημα πρόνοιας παραμένει «σύνθετο» και πρέπει να απλοποιηθεί ώστε να βελτιωθεί τόσο η ποιότητα των υπηρεσιών όσο και να μειωθεί το κόστος.

Ο ΟΟΣΑ επαναλαμβάνει τέλος το κάλεσμά του για περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους. Σημειώνει πως τυχόν «σοκ» στο κόστος εξυπηρέτησής τώρα που η χώρα βρίσκεται εκτός Μνημονίου μπορεί να αποδυναμώσει τα δημοσιονομικά και την εμπιστοσύνη, πλήττοντας την ανάπτυξη.

Τα μέλη της ευρωζώνης έχουν δεσμευτεί πως θα επανεξετάσουν την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους το 2032. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά πως το χρέος θα ξεφύγει από την τροχιά βιωσιμότητας στα μέσα της ίδιας δεκαετίας. Ο ΟΟΣΑ δεν συμμετείχε σε προγράμματα στήριξης.