Παπασταύρου: Η Ελλάδα μπαίνει δυναμικά στον χάρτη των υδρογονανθράκων - Δυνητικά έσοδα έως 10 δισ. ευρώ

 
παπασταυρου

Πηγή Φωτογραφίας: ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Ενημερώθηκε: 16/06/26 - 11:32

Τη δυναμική που αναπτύσσεται στον τομέα των υδρογονανθράκων, καθώς και τις προοπτικές ενίσχυσης της ενεργειακής αυτονομίας της χώρας, ανέδειξε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, μιλώντας στο ΕΡΤnews.

Ο υπουργός υποστήριξε ότι η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μεγάλων διεθνών ενεργειακών ομίλων, αναφερόμενος στην πρόσφατη εκδήλωση ενδιαφέροντος της Chevron για επιπλέον θαλάσσιο οικόπεδο στην ελληνική επικράτεια.

Όπως σημείωσε, η συμμετοχή της αμερικανικής εταιρείας σε ελληνικά ερευνητικά προγράμματα αποτελεί ένδειξη ότι οι προοπτικές εμπορικής εκμετάλλευσης αξιολογούνται θετικά από τη διεθνή αγορά. Παράλληλα, τόνισε ότι οι έρευνες για υδρογονάνθρακες απαιτούν υψηλές επενδύσεις, εξειδικευμένη τεχνογνωσία και αυστηρή τήρηση περιβαλλοντικών προδιαγραφών.

Σύμφωνα με τον κ. Παπασταύρου, η πρώτη ερευνητική γεώτρηση προγραμματίζεται για τον Φεβρουάριο του 2027 στην περιοχή «Ασωπός», βορειοδυτικά της Κέρκυρας, η οποία θεωρείται το πιο ώριμο ερευνητικό έργο της χώρας. Αμέσως μετά ακολουθεί το λεγόμενο «Οικόπεδο 10», που επίσης βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο προετοιμασίας.

Το κόστος μίας ερευνητικής γεώτρησης εκτιμάται στα 80 εκατ. ευρώ, ενώ σε περίπτωση εντοπισμού εκμεταλλεύσιμου κοιτάσματος οι συνολικές επενδύσεις θα μπορούσαν να φτάσουν τα 3 έως 4 δισ. ευρώ.

Ο υπουργός ανέφερε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να αποφέρει στο ελληνικό Δημόσιο έως και 10 δισ. ευρώ σε βάθος χρόνου, μέσω φορολογικών εσόδων και άλλων απολαβών που σχετίζονται με την παραγωγή υδρογονανθράκων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσίασε, το Δημόσιο θα μπορούσε να λαμβάνει ποσοστό μεταξύ 38% και 40% των συνολικών κερδών.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η αξιοποίηση πιθανών κοιτασμάτων θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την ενεργειακή αυτονομία της χώρας. Όπως ανέφερε, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για αποθέματα φυσικού αερίου ύψους 270 δισ. κυβικών μέτρων, όταν η ετήσια κατανάλωση της Ελλάδας ανέρχεται σε περίπου 6 δισ. κυβικά μέτρα.

Ο κ. Παπασταύρου τόνισε επίσης ότι τα πιθανά οικονομικά οφέλη δεν περιορίζονται μόνο στον ενεργειακό τομέα, αλλά θα μπορούσαν να συμβάλουν ευρύτερα στην ανάπτυξη της οικονομίας και στην προσέλκυση νέων επενδύσεων.

Αναφερόμενος στη σχέση μεταξύ υδρογονανθράκων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, υποστήριξε ότι η ενεργειακή στρατηγική της χώρας βασίζεται σε ένα ισορροπημένο ενεργειακό μείγμα. Όπως εξήγησε, η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιεί όλες τις διαθέσιμες πηγές ενέργειας, από τις ανανεώσιμες μορφές έως τα πιθανά εγχώρια κοιτάσματα φυσικού αερίου.

Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη των υδρογονανθράκων δεν αναιρεί τους στόχους για πράσινη μετάβαση και απανθρακοποίηση, σημειώνοντας ότι το φυσικό αέριο εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη σταθερότητα του ενεργειακού συστήματος.

Ο υπουργός ανέφερε ακόμη ότι η εγκατεστημένη ισχύς από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχει τριπλασιαστεί από το 2019, αυξανόμενη από 6,3 GW σε 18 GW, ενώ μόνο τον τελευταίο χρόνο προστέθηκαν περίπου 3 GW νέας ισχύος.

Ωστόσο, αναγνώρισε ότι η αποθήκευση ενέργειας εξακολουθεί να αποτελεί αδύναμο κρίκο του συστήματος. Όπως εξήγησε, η έλλειψη επαρκών υποδομών αποθήκευσης οδηγεί σε απώλειες σημαντικών ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως κατά τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης αναμένεται να φτάσουν τα 700 έως 800 MW μέχρι το τέλος του έτους και τα 1,2 έως 1,4 GW έως το 2027, ενισχύοντας τη σταθερότητα και την ευελιξία του ηλεκτρικού συστήματος.

Αναφερόμενος στις διεθνείς ενεργειακές εξελίξεις, ο υπουργός σημείωσε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί τιμές ηλεκτρικής ενέργειας χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά τις πιέσεις που προκάλεσαν ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, τόνισε ότι η χώρα ασκεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα στον ενεργειακό τομέα, επισημαίνοντας ότι η Ανατολική Μεσόγειος εξελίσσεται σε σημαντικό ενεργειακό κέντρο, με τη συμμετοχή μεγάλων διεθνών εταιρειών σε Ελλάδα, Κύπρο, Ισραήλ και Αίγυπτο.

Για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, παραδέχθηκε ότι έχουν υπάρξει καθυστερήσεις, ωστόσο διαβεβαίωσε ότι το έργο επανεκκινείται με τη συνδρομή ευρωπαϊκών θεσμών.

Τέλος, αναφέρθηκε στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ, κάνοντας λόγο για ισχυρό ενδιαφέρον διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων. Όπως υπογράμμισε, η διατήρηση του 51% από το ελληνικό Δημόσιο, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών, αποτελεί ένδειξη εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και στις στρατηγικές υποδομές του ενεργειακού τομέα.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ