Η Χριστιανική Διδασκαλία ως τρίτος πυλώνας του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού

 
Η Χριστιανική Διδασκαλία ως τρίτος πυλώνας του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού

Ενημερώθηκε: 16/05/21 - 13:41

του Προκόπη Παυλόπουλου

Αρθρογράφος: Προκόπης Παυλόπουλος

Σημεία ομιλίας κατά την έναρξη του Συνεδρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Φθιώτιδος «Ο Εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας του 1821 και η προσφορά το Ιερού Κλήρου της Φθιώτιδας», με θέμα: “Η Χριστιανική Διδασκαλία ως τρίτος πυλώνας του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Η συμπόρευση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας με βασικές αρχές της Χριστιανικής Διδασκαλίας”

Πρόλογος

Στην διαδρομή προς την εμπέδωσή της, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία βρήκε έναν, prima faciae «απροσδόκητο», σύμμαχο: Την Χριστιανική Διδασκαλία, μέσω θεμελιωδών αρχών και αξιών της, κατ’ εξοχήν δε μέσω της Ελευθερίας, έστω και αν αυτή, στο συγκεκριμένο θρησκευτικό πεδίο, ξεκινά από διαφορετική αφετηρία. Δηλαδή αφετηρία που απέχει ουσιωδώς από την θεσμική και πολιτική σύλληψη της Ελευθερίας, την οποία υπηρετεί η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία.

Α. Πέραν τούτου, όπως εξηγείται στην συνέχεια, η Χριστιανική Διδασκαλία είναι εκ φύσεως εξοικειωμένη και με την έννοια της Αντιπροσώπευσης, η οποία συνιστά θεμελιώδη αντηρίδα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Υπό τα ως άνω, λοιπόν, δεδομένα, και αν ακόμη γίνει δεκτό -και πρέπει, για λόγους ιστορικούς και θεσμικούς, να γίνει δεκτό- ότι οι ευθείες θρησκευτικές προεκτάσεις της πορείας εμπέδωσης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας είναι από ασθενείς έως ανύπαρκτες, θα ήταν μάλλον αυθαίρετο, πάλι από ιστορική και πολιτική έποψη, να υποβαθμισθεί -και, πολύ περισσότερο, ν’ αγνοηθεί- η σημασία της αγαστής «συμπόρευσης» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας με τις αρχές της Χριστιανικής Διδασκαλίας.

Β. Με την έννοια, ότι από την μια πλευρά η Χριστιανική Διδασκαλία δεν βρήκε -το αντίθετο μάλιστα- στην Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία μια μορφή πολιτειακής οργάνωσης εχθρική προς τις βασικές της αρχές. Και, από την άλλη πλευρά, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, έχοντας στο θεσμικό και πολιτικό της «οπλοστάσιο» ως εμβληματικό μέσο ανάπτυξης της προσωπικότητας του πολίτη την απόλυτη Θρησκευτική Ελευθερία, δεν χρειάσθηκε ν’ αντιμετωπίσει την Χριστιανική Διδασκαλία ως ένα είδος «εσωτερικού εχθρού». Όλως αντιθέτως, λοιπόν, «συμπορεύθηκε» με αυτήν για την υπεράσπιση των θεσμών τόσο της Ελευθερίας όσο και της Αντιπροσώπευσης.

Ι. Η Ελευθερία, ως έκφανση «κοινού τόπου» μεταξύ της Χριστιανικής Διδασκαλίας και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Αν, όπως γίνεται καθολικώς δεκτό, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία νοείται πρωτίστως ως διαδικασία εγγύησης της Ελευθερίας, η Χριστιανική Διδασκαλία, από την πλευρά της, συμπεριλαμβάνει, μ’ έμφαση, την Ελευθερία στον θρησκευτικό αξιακό της «κώδικα», υπό τις ακόλουθες διευκρινίσεις:

Α. Κατ’ αρχάς, η ιστορική έρευνα αποδεικνύει, με αμάχητα τεκμήρια, ότι η Χριστιανική Θρησκεία ξεπήδησε και μπόρεσε να επιβιώσει, στα πρώτα βήματα των πιστών της, μέσω της διεκδίκησης της Θρησκευτικής Ελευθερίας και της αντίστοιχης άμυνας απέναντι στους απηνείς διωγμούς πολλών ύστερων Ρωμαίων Αυτοκρατόρων. Με άλλες λέξεις, οι πρώτοι Χριστιανοί έδωσαν «αγώνα ζωής και πίστεως» έναντι των παντοδύναμων διωκτών τους, διεκδικώντας την ελευθερία της θρησκευτικής επιλογής και διακηρύσσοντας, «urbi et orbi», ότι οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις κάθε άλλο παρά αντιτάσσονταν στους κανόνες οργάνωσης και λειτουργίας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Και τούτο, γιατί η ευκρινής απάντηση των πρώτων Χριστιανών στον «ηγεμόνα», ως προς τις σχέσεις τους με την «Ρωμαίων Πολιτεία», συμπυκνωνόταν στην ρήση του Χριστού, απευθυνόμενη προς τον εσμό των Φαρισαίων, «Ἀπόδοτε τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ [1]».

Β. Άλλωστε, η ίδια η διδασκαλία του Χριστού, όπως έχει καταγραφεί στα Ευαγγέλια, υπονοεί -ή και διακηρύσσει ευθέως- την Ελευθερία, και μάλιστα υπό διάφορες, πλην όμως συμπληρωματικές μεταξύ τους, εκδοχές. Έτσι π.χ.:

1. Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο[2] καταγράφεται το απόφθεγμα του Χριστού, σχετικά με το θεμελιώδες πρόταγμα της Ελευθερίας και την σύνδεσή της με την αναζήτηση και της γνώσης και της αλήθειας: «Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Και ναι μεν ο Χριστός δεν έδωσε -φυσικά «ἐν πλήρει συνειδήσει» των παγίδων της σχετικότητας- απάντηση στο ερώτημα του Ποντίου Πιλάτου «τί ἐστίν ἀλήθεια [3]». Πλην όμως, και μόνο το γεγονός ότι θεωρεί πως η αναζήτηση της αλήθειας οδηγεί στην απελευθέρωση του Ανθρώπου, και συγκεκριμένα στην απελευθέρωση από διαβρωτικές για την αξία του δοξασίες και προκαταλήψεις, καταδεικνύει το πόσο η Χριστιανική Διδασκαλία βασίζεται στην Ελευθερία, ως μέσο ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Και στο σημείο αυτό η Χριστιανική Διδασκαλία «συναντά», κατά κάποιο τρόπο, το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα, το Ελεύθερο Πνεύμα της αμφισβήτησης της κεκτημένης γνώσης, το Πνεύμα της διαρκούς αναζήτησης της αλήθειας και της, μέσω αυτής της αναζήτησης, θεμελίωσης της «Σοφίας», ήτοι της Επιστήμης.

2. Στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο[4], ο Χριστός διακηρύσσει: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». Και μόνον η ρήση αυτή, ως μια από τις βάσεις της Χριστιανικής Διδασκαλίας, αποδεικνύει ότι η Χριστιανική Θρησκεία, εκ καταγωγής, κινείται, ως προς την αναζήτηση πιστών, στον αντίποδα του προσηλυτισμού και, πολύ περισσότερο, του καταναγκασμού. Και τούτο, γιατί το «όστις θέλει» σημαίνει, υφ’ οιανδήποτε ερμηνευτική εκδοχή, πλήρη ελευθερία επιλογής θρησκευτικής κατεύθυνσης: Ο Χριστός θέτει ως βάση της ένταξης των πιστών στην χορεία των Χριστιανών την ελεύθερη θέλησή τους να το πράξουν, άρα την ελεύθερη δυνατότητά τους να διαλογισθούν και να επιλέξουν.

Γ. Η κατά τ’ ανωτέρω ευθεία σύνδεση της Χριστιανικής Διδασκαλίας με την Ελευθερία, υπό τις επιμέρους εκφάνσεις της, φέρνει στο φως και την μεγάλη διαφορά της Χριστιανικής Θρησκείας με άλλες μονοθεϊστικές Θρησκείες, κατ’ εξοχήν δε μ’ εκείνη του Ισλάμ -με μεγαλύτερες ή μικρότερες διακυμάνσεις, ανάλογα με τις επιμέρους εκδοχές του- όπου κυριαρχεί ο άμεσος ή ο έμμεσος καταναγκασμός υποταγής στα κελεύσματά του.

1. Σε αυτό το θρησκευτικό πεδίο η ελευθερία επιλογής θρησκευτικού προσανατολισμού απουσιάζει επιδεικτικώς και, μεταξύ άλλων συνεπειών, η αναζήτηση της αλήθειας αντικαθίσταται, σχεδόν σε απόλυτο βαθμό, από την άνευ όρων υποταγή στα κελεύσματα -κυρίως μέσω της διδασκαλίας των «προφητών»- του ενός και μοναδικού θεού.

2. Έτσι εξηγείται ευχερώς και η αδυναμία των πιστών του Ισλάμ -ιδίως δε των εκφραστών του σουνιτικού φονταμενταλισμού- από την μια πλευρά να εφαρμόσουν επαρκώς τους θεσμούς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στα Κράτη εκείνα, όπου επικρατεί το θρήσκευμα αυτό. Και από την άλλη πλευρά -τουλάχιστον σε πολλές και εναργώς ορατές, κυρίως στην εποχή μας, περιπτώσεις -να συμμορφωθούν προς τις θεσμικές και πολιτικές επιταγές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ακόμη και όταν διαβιώνουν σε Κράτη, οργανωμένα σύμφωνα με τις πολιτειακές της βάσεις.

ΙΙ. Η Αντιπροσώπευση ως «κοινό σημείο» της Χριστιανικής Διδασκαλίας και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Εκτός από την Ελευθερία, την «συμπόρευση» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας με την Χριστιανική Διδασκαλία -και, συνακόλουθα, με τον Χριστιανισμό εν γένει, υφ’ όλες του τις δογματικές εκφάνσεις, από την Ορθοδοξία και τον Καθολικισμό ως τον Προτεσταντισμό εν συνόλω- διευκόλυνε το γεγονός ότι η Διδασκαλία αυτή είναι επαρκώς εξοικειωμένη και με την έννοια της Αντιπροσώπευσης, αντίθετα με άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες, με κυριότερο παράδειγμα και πάλι εκείνο του Ισλάμ.

Α. Μια σειρά από ρήσεις του Χριστού, όπως καταγράφονται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο[5], αρκούν για να καταδείξουν ότι ο ίδιος ο Χριστός, ως «Υιός του Θεού», αναγνωρίζει εαυτόν και ως αντιπρόσωπο του Θεού επί γης.

1. Για παράδειγμα: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ», «εἰ ἐγνώκειτέ με, καὶ τὸν πατέρα μου ἐγνώκειτε ἄν», «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα» «ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι», «τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα». Τις ρήσεις αυτές συμπυκνώνει, ως θέσεις πίστεως πλέον, το Σύμβολο της Πίστεως, ιδίως στο μέτρο που οριοθετεί την υπόσταση του Χριστού ως μέρους της Αγίας Τριάδος. Κατ’ εξοχήν δε όταν εξαγγέλλει την πίστη στον «Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ», «τὸν δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα.», τον «ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός».

2. Οι κατά τ’ ανωτέρω περικοπές των Ευαγγελίων, όπως αναπτύχθηκαν στην συνέχεια από την Χριστιανική Διδασκαλία, αποδεικνύουν εμφατικώς ότι κατά την Διδασκαλία αυτή ο Χριστός ήλθε στην Γη ως εκπρόσωπος και αντιπρόσωπος του Θεού «διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν».

α) Όταν, λοιπόν, εμφανίσθηκε και εμπεδώθηκε η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία -η οποία, από πλευράς οργανωτικής, είναι πρωτίστως πολίτευμα που λειτουργεί υπό όρους Αντιπροσώπευσης- η Χριστιανική Διδασκαλία είχε προ πολλού ολοκληρωθεί και στην βάση των προμνημονευόμενων ευαγγελικών περικοπών, ώστε η Αντιπροσώπευση να μην της είναι εχθρική ή και απλώς ξένη, ως μέθοδος δημοκρατικής διακυβέρνησης των πολιτών. Όλως αντιθέτως, η Αντιπροσώπευση της ήταν τόσο «οικεία εκ των έσω», ώστε να την αποδέχεται, a fortiori, και δια της οδού του προμνημονευόμενου «ἀπόδοτε τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι».

β) Στο σημείο αυτό δε έγκειται και μια ευδιάκριτη διαφορά ανάμεσα στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη, αφού η πρώτη ναι μεν δεν αγνοεί την έννοια της Αντιπροσώπευσης, όταν προσδοκά την έλευση του «Χρισμένου», του «Μεσσία» («Μεσιάχ»). Πλην όμως, αυτή αναμένεται σ’ ένα απροσδιόριστο μέλλον, και έτσι δεν υπάρχει στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης επαρκής ανάλυση του πώς και σε ποιο βαθμό ο «Μεσσίας» εκπροσωπεί τον Θεό επί της γης. Κάπως έτσι, η απόσταση από την προσδοκία έλευσης του «Μεσσία» ως το εμβληματικό «ἑωράκαμεν τόν Κύριον [6]» -και, μάλιστα, για δεύτερη φορά ύστερα από την Ανάσταση- δεν είναι ιστορικώς και δογματικώς ευκαταφρόνητη.

3. Ειδικώς ως προς την Ορθόδοξη Εκκλησία –κάτι το οποίο δεν ισχύει πλήρως στις Κοινότητες των Ετερόδοξων Χριστιανών- η έννοια της Αντιπροσώπευσης βρίσκει εμβληματική εφαρμογή στην πράξη μέσω της υιοθέτησης και μακραίωνης τήρησης του Συνοδικού Συστήματος. Ήτοι του Συστήματος κατά το οποίο –σε γενικές τουλάχιστον γραμμές- η Σύνοδος των Επισκόπων, υπό την προεδρία του Προκαθημένου της, διοικεί την Αυτοκέφαλη, Αυτόνομη ή Ημιαυτόνομη Εκκλησία. «Ρίζα» του Συνοδικού Συστήματος μπορεί να θεωρηθεί η Αποστολική Σύνοδος των Ιεροσολύμων, η οποία συνήλθε το 48 μ.Χ. . Ενώ την «κορωνίδα» του συνιστούν, αναμφιβόλως, οι Οικουμενικές Σύνοδοι.

Β. Όπως προεκτέθηκε και για την έννοια της Ελευθερίας, ουδεμία άλλη, πέραν της Χριστιανικής, μονοθεϊστική θρησκεία γνωρίζει, στο πλαίσιο της δογματικής της θεμελίωσης, την έννοια της Αντιπροσώπευσης. Σε όλες, ανεξαιρέτως, «ο ένας και μοναδικός θεός» εκφράζεται είτε eo ipso -υπό την εκδοχή ενός είδους «θρησκευτικού σολιψισμού»- είτε μέσω θρησκευτικών αξιωματούχων, οι οποίοι όμως δεν εκλαμβάνονται ως εκπρόσωποι του θεού, αλλ’ απλώς ως «πεφωτισμένοι» επί Γης λειτουργοί του.

1. Η ιστορική και θρησκευτική αυτή πραγματικότητα ισχύει πολύ περισσότερο για το Ισλάμ, ανεξαρτήτως των εντός αυτού διαφοροποιήσεων. Ιδίως δε ανεξαρτήτως της κυρίαρχης διάκρισης μεταξύ σιιτών και σουνιτών.

α) Με την διευκρίνιση, ότι στον χώρο του σουνιτισμού -και κυρίως του φονταμενταλιστικού σουνιτισμού- η δυσχέρεια σύλληψης της Αντιπροσώπευσης μεταξύ θεού και ανθρώπων είναι πολύ πιο έντονη, έως ανυπέρβλητη. Συγκεκριμένα δε στο Ισλάμ, εν γένει, ο Αλάχ κατ’ ουδένα τρόπο εκπροσωπείται επί Γης από τους προφήτες, συμπεριλαμβανομένου του Μωάμεθ. Διόλου τυχαίο, άλλωστε, ότι ο όρος «μωαμεθανός» ισοδυναμεί με ευθεία θρησκευτική υποτίμηση των αυθεντικών πιστών του Ισλάμ. Συνακόλουθα, οι προφήτες του Ισλάμ είναι αποκλειστικώς και μόνο λειτουργοί του Αλάχ, και εκτελούν τις εντολές του με τελικούς αποδέκτες τους πιστούς Μουσουλμάνους.

β) Εν τέλει, λοιπόν, η σχέση μεταξύ Αλάχ και πιστών είναι «κάθετη» και ευθεία, δίχως την καθ’ οιονδήποτε τρόπο παρεμβολή εκπροσώπων του επί γης. Συνοπτικώς, στο πεδίο του Χριστιανισμού ο Χριστός είναι το θεμέλιο της Εκκλησίας. Ενώ στο Ισλάμ αρχή και τέλος του «πληρώματος των πιστών» είναι ο Αλάχ, και μόνον.

2. Να, λοιπόν, μια δεύτερη, πέραν της έννοιας της Ελευθερίας, αιτία, λόγω της οποίας τα Κράτη, εντός των οποίων είναι θρησκευτικώς κυρίαρχη η θέση του Ισλάμ- και, πολύ περισσότερο, του σουνιτικού Ισλάμ και των φονταμενταλιστικών του παραφυάδων- η κατανόηση και η πλήρης αποδοχή των αρχών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως μεθόδου πολιτειακής οργάνωσης, είναι, ακόμη και σήμερα, από δυσχερής έως αδύνατη. Εξ ού και δεν συναντάται Κράτος αμιγώς ισλαμικού θρησκευτικού προσανατολισμού, το οποίο είναι σε θέση να εφαρμόσει αποτελεσματικώς στην πράξη όλες, ανεξαιρέτως, τις αρχές πολιτειακής οργάνωσης υπό όρους Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ακόμη και αν τις διακηρύσσει, expressis verbis, στο Σύνταγμά του, δηλαδή στην βάση του πολιτεύματός του και της έννομης τάξης του.

3. Η ιδιομορφία αυτή των Κρατών, τα οποία ακολουθούν τον κατά τ’ ανωτέρω ισλαμικό θρησκευτικό προσανατολισμό υπό τους όρους που προεκτέθηκαν, εξηγεί και το λάθος της Δύσης, εν γένει, και ιδίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να επιχειρεί ένα είδος «επιβολής» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στα Κράτη αυτά, με την δικαιολογία του εκσυγχρονισμού τους ως προς την δημοκρατική τους οργάνωση και τον σεβασμό των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

α) Η τραγωδία, κυριολεκτικώς, της «Αραβικής Άνοιξης» το αποδεικνύει, με τρόπο ώστε κάθε συνέχιση αυτής της επιχείρησης «μπολιάσματος» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας σε Κράτη, όπου το κοινωνικό «έδαφος» είναι «απρόσφορο», και για λόγους θρησκευτικούς, να την αποδεχθεί, ν’ αποβαίνει εις βάρος της ίδιας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

β) Μόνον ένας ειλικρινής και ισότιμος Διάλογος, μεταξύ διαφορετικών Πολιτισμών, μπορεί αφενός να γεφυρώσει το επικίνδυνο χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, το οποίο βιώνουμε στις μέρες μας, ιδίως στην Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο, με «γνήσιο εκφραστή» την Τουρκία. Η οποία εξελίσσεται σε διεθνή ταραξία, λόγω της προκλητικής περιφρόνησης του Διεθνούς Δικαίου και των θεμελιωδών αρχών του Παγκόσμιου Πολιτισμού. Και, αφετέρου, να πείσει και τα ισλαμικού θρησκευτικού προσανατολισμού Κράτη ότι είναι σε θέση ν’ αφομοιώσουν, σταδιακώς, βασικές αρχές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Και ως προς τις μεθόδους πολιτειακής οργάνωσης και ως προς τους μηχανισμούς εγγύησης της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δίχως αμφιβολία, πρόκειται για μια μακρά και επίπονη διαδικασία, η οποία προϋποθέτει την οξυδέρκεια ανίχνευσης και κατανόησης των θεμελιωδών αρχών και αξιών κάθε διαφορετικού Πολιτισμού.

4. Όμως η διαδικασία αυτή είναι μονόδρομος για την εμπέδωση της Ειρήνης, παγκοσμίως. Και, πρωτίστως, είναι η αποστομωτική απάντηση στην ανιστόρητη θεωρία περί, δήθεν, «σύγκρουσης Πολιτισμών».

α) Η οποία, πέραν του ότι καλλιέργησε και νομιμοποίησε το έδαφος των σύγχρονων πολιτισμικών αντιπαραθέσεων μεταξύ Δύσης και Ανατολής -με κυρίαρχο το πεδίο των ισλαμικού θρησκευτικού προσανατολισμού Κρατών- παρέχει «εύλογο» πρόσχημα στις ηγεσίες των Κρατών αυτών όχι μόνο να περιφρονούν τις αρχές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, αλλά και να κυβερνούν δικτατορικώς, με τον ισχυρισμό της άμυνας εναντίον μιας αντιδημοκρατικής εισβολής της Δύσης στον χώρο της Ανατολής. Δεν είναι, άραγε, αυτή η εξέλιξη μια μορφή υποβάθμισης ή και υπονόμευσης της ίδιας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας;

β) Και δεν πρέπει να υποτιμάται η αδήριτη ιστορική αλήθεια, ότι η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία γεννήθηκε μέσ’ από τον αγώνα των πολιτών εναντίον κάθε μορφής δεσποτισμού. Κατά τούτο, κάθε μορφή επιχείρησης επιβολής της extra muros την υποσκάπτει επικίνδυνα, στο μέτρο που την εμφανίζει ως δημοκρατικώς νομιμοποιημένη να διαχειρίζεται τις τύχες των πολιτών της Δύσης -φυσικά grosso modo- αλλά ως προσφεύγουσα στις πάλαι ποτέ απεχθείς γι’ αυτήν «δεσποτικές» μεθόδους, προκειμένου να υπερασπισθεί την, δήθεν, υπεροχή της παγκοσμίως και, συνακόλουθα, να επιβάλει, επίσης παγκοσμίως, την εφαρμογή της στην πράξη.

Επίλογος

Η υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες «συμπόρευση» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας -οπωσδήποτε δίχως αυτό να της προσδίδει οιοδήποτε θρησκευτικό «πρόσημο»- με ορισμένες βασικές αρχές της Χριστιανικής Διδασκαλίας, όπως είναι κατά κύριο λόγο εκείνες της Ελευθερίας και της Αντιπροσώπευσης, παρέχει ένα μέρος, τουλάχιστον, της εξήγησης ως προς το γιατί η Χριστιανική Διδασκαλία συνιστά, κατά γενική ομολογία και αποδοχή, τον τρίτο πυλώνα του κοινού μας Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.

Α. Συγκεκριμένα, το «αέτωμα» του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού στηρίζεται στους «κίονες» της Αρχαίας Ελλάδας -της Ελλάδας του Ελεύθερου δημιουργικού Πνεύματος και της εξ αυτού απορρέουσας Παιδείας- της Αρχαίας Ρώμης -της Ρώμης της «Res Publica» και του Νόμου- και της Χριστιανικής Διδασκαλίας, πρωτίστως μέσω των θεμελιωδών αρχών και αξιών του Ανθρωπισμού, της Αλληλεγγύης, της Δικαιοσύνης, κυρίως δε της Κοινωνικής Δικαιοσύνης. Είναι δε ιδιαιτέρως χαρακτηριστικό ότι αυτό τούτο το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο -μέσω της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης- θεσπίζει πλειάδα κανόνων δικαίου για την προστασία της αξίας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του, για την εμπέδωση της Αλληλεγγύης και για όλα τα σύγχρονα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου, με ιδιαίτερη έμφαση στα δικαιώματα που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία του Κοινωνικού Κράτους.

Β. Επιπλέον, η πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και, συνακόλουθα, προς την ολοκλήρωση του όλου Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος, με βάση τις προδιαγραφές που εξ αρχής είχαν «οραματισθεί» οι ιδρυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι στενά συνδεδεμένη με τις αρχές οργάνωσης και λειτουργίας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως διαδικασίας εγγύησης της Ελευθερίας. Και τούτο, διότι η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και Ολοκλήρωση είναι προορισμένη να καταλήξει στην δημιουργία μιας ομοσπονδιακού τύπου Ευρωπαϊκής Ένωσης -με πλήρη σεβασμό, βεβαίως, αφενός των βασικών εθνικών χαρακτηριστικών κάθε Κράτους-Μέλους και, αφετέρου, των εξίσου βασικών κυριαρχικών δικαιωμάτων του- της οποίας το Πολίτευμα θα στηρίζεται στους καθιερωμένους κανόνες οργάνωσης και λειτουργίας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Στην συνέχεια μέσω του ακόλουθου συνδέσμου μπορείτε να παρακολουθήσετε τις εργασίες της έναρξης του Συνεδρίου.

[1] Κατά Ματθαίον, κβ΄, 21.

[2] 8, 32.

[3] Κατά Ιωάννην, 18,38.

[4] Η, 34

[5] 14, 1-14.

[6] Κατά Ιωάννην, 20,25.