Αντιφάσεις στην εξωτερική πολιτική Τραμπ: Πόλεμος με το Ιράν και εσωτερικές διαφωνίες στην Ουάσιγκτον

 
pete hegseth vance trump

Ενημερώθηκε: 13/03/26 - 22:16

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο στις αρχές του 2025, πολιτικά ενισχυμένος έπειτα από μια απόπειρα δολοφονίας και σειρά δικαστικών περιπετειών, το μεγάλο ερώτημα ήταν ποια κατεύθυνση θα ακολουθούσε η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.

Κατά την πρώτη του θητεία (2017-2021), ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος είχε ήδη αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στη διεθνή σκηνή. Μεταξύ των σημαντικότερων πρωτοβουλιών του ήταν οι Συμφωνίες του Αβραάμ, η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA), η μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ και η αναγνώριση της ισραηλινής κυριαρχίας στα Υψίπεδα του Γκολάν. Στο ίδιο πλαίσιο εντάχθηκε και η στοχευμένη επιχείρηση στο Ιράκ που οδήγησε στον θάνατο του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σολεϊμανί.

Ωστόσο, τα χρόνια που μεσολάβησαν επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν άλλαξαν σημαντικά το γεωπολιτικό τοπίο. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 και η ένταση γύρω από την Ταϊβάν δημιούργησαν ένα πολύ πιο σύνθετο διεθνές περιβάλλον για τον νέο, 47ο πλέον πρόεδρο των ΗΠΑ.

Τρεις διαφορετικές γραμμές στην Ουάσιγκτον

Στις αρχές της νέας θητείας Τραμπ, η αμερικανική διοίκηση φαινόταν να χωρίζεται σε τρεις βασικές τάσεις εξωτερικής πολιτικής.

Η πρώτη είναι εκείνη των λεγόμενων «νεο-απομονωτιστών», με βασικούς εκφραστές τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αποφεύγουν στρατιωτικές εμπλοκές στο εξωτερικό.

Στον αντίποδα βρίσκονται οι υπέρμαχοι του παραδοσιακού αμερικανικού παρεμβατισμού, όπως ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ, που θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να διατηρεί ενεργό ρόλο στις διεθνείς κρίσεις.

Μια τρίτη ομάδα αποτελείται από στενούς συνεργάτες του προέδρου, όπως ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τη διεθνή πολιτική περισσότερο με επιχειρηματική και συναλλακτική λογική, προωθώντας ευέλικτες συμφωνίες και ad hoc πρωτοβουλίες.

Το 2026, με φόντο τον πόλεμο που έχει ξεσπάσει γύρω από το Ιράν και στον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις φαίνεται να συγκρούονται, δημιουργώντας εικόνα ασυνέχειας στη στρατηγική της Ουάσιγκτον.

Η «σκληρή γραμμή» στο Πεντάγωνο

Στο πιο επιθετικό άκρο της αμερικανικής πολιτικής βρίσκεται ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, πρώην παρουσιαστής του Fox News. Ο ίδιος υιοθετεί ιδιαίτερα σκληρή ρητορική υπέρ της στρατιωτικής δράσης κατά της Τεχεράνης, υποστηρίζοντας ότι ο αμερικανικός στρατός πρέπει να επικεντρώνεται πρωτίστως στην εξουδετέρωση των αντιπάλων του.

Ο Χέγκσεθ έχει υπηρετήσει σε αποστολές στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, ενώ έχει συγγράψει και το βιβλίο American Crusade, στο οποίο προβάλλει μια ιδιαίτερα επιθετική αντίληψη για τον ρόλο των ΗΠΑ στον κόσμο.

Οι επιφυλάξεις του αντιπροέδρου

Από την άλλη πλευρά, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς εμφανίζεται πιο επιφυλακτικός απέναντι στη στρατιωτική εμπλοκή στο Ιράν. Ο ίδιος διατηρεί χαμηλούς τόνους για τον πόλεμο και φαίνεται να επικεντρώνεται περισσότερο στις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Παλαιότερα είχε υποστηρίξει ότι η μεγάλη επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ ήταν το γεγονός ότι απέφυγε την έναρξη νέων πολέμων. Ωστόσο, η τρέχουσα σύγκρουση τον φέρνει σε δύσκολη θέση, καθώς καλείται να στηρίξει μια στρατιωτική επιχείρηση την οποία στο παρελθόν θα είχε επικρίνει.

Κριτική ακόμη και από συμμάχους

Την ίδια στιγμή, επικρίσεις προς τον Τραμπ προέρχονται ακόμη και από προσωπικότητες του συντηρητικού χώρου που τον είχαν στηρίξει πολιτικά. Ο δημοφιλής παρουσιαστής Τζο Ρόγκαν εξέφρασε ανοιχτά την απογοήτευση πολλών ψηφοφόρων που πίστευαν ότι η νέα προεδρία θα σηματοδοτούσε το τέλος των πολέμων.

Παρόμοια κριτική έχει ασκήσει και ο δημοσιογράφος Τάκερ Κάρλσον, επικρίνοντας τη στενή ευθυγράμμιση της Ουάσιγκτον με το Ισραήλ.

Παρά τις αντιδράσεις, ο ίδιος ο Τραμπ εμφανίζεται αμετακίνητος. Σε ανάρτησή του στο Truth Social υποστήριξε ότι η άνοδος των τιμών του πετρελαίου μπορεί τελικά να ωφελήσει την αμερικανική οικονομία, καθώς οι ΗΠΑ αποτελούν τον μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου παγκοσμίως.

Την ίδια ώρα, όμως, οι Αμερικανοί καταναλωτές βλέπουν ήδη τις τιμές καυσίμων να αυξάνονται, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει το πολιτικό κλίμα ενόψει των εκλογών.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ