Από τη Λιβύη στο «Μοντέλο Ψυχρού Πολέμου»: Γιατί η Βόρεια Κορέα δεν θα παραδώσει ποτέ τα πυρηνικά της

 
Hwasong-20

Ενημερώθηκε: 17/06/26 - 21:54

Η διεθνής κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δομική ανατροπή στην ασφάλεια της κορεατικής χερσονήσου και των ίδιων των ΗΠΑ, καθώς η Πιονγιάνγκ μετατρέπεται από μια περιφερειακή εστία έντασης σε μια υπολογίσιμη πυρηνική δύναμη.

Δύο διαδοχικά εξοπλιστικά ορόσημα επιβεβαιώνουν ότι το καθεστώς του Κιμ Γιονγκ Ουν διαθέτει πλέον τόσο την πολιτική βούληση όσο και τα τεχνικά μέσα για να απειλήσει άμεσα το αμερικανικό έδαφος, αχρηστεύοντας τη μέχρι τώρα δυτική στρατηγική των κυρώσεων.

Το δίπολο της απειλής: Hwasong-20 και οι δοκιμές της Γουονσάν

Η στρατηγική αναβάθμιση της Βόρειας Κορέας εκδηλώθηκε μέσα από δύο κομβικά γεγονότα. Το πρώτο σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 2025, με την αποκάλυψη του Hwasong-20, ενός θηριώδους διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου (ICBM) στερεού καυσίμου.

Με εκτιμώμενο βεληνεκές 15.000 χιλιομέτρων, ο πύραυλος αυτός έχει θεωρητικά τη δυνατότητα να πλήξει οποιαδήποτε μεγαλούπολη των ηπειρωτικών ΗΠΑ, περιλαμβανομένης της Ουάσιγκτον και της Νέας Υόρκης. Αν και δεν έχει καταγραφεί ακόμη επίσημη πτητική δοκιμή του και παραμένουν ερωτήματα για την ακρίβεια καθοδήγησής του, η ύπαρξή του και μόνο αλλάζει τους κανόνες της αποτροπής.

Το δεύτερο σκέλος εκτυλίχθηκε τον Απρίλιο του 2026 κοντά στη Γουονσάν, με ένα τριήμερο μπαράζ πραγματικών δοκιμών που ανησύχησε έντονα το Τόκιο και τη Σεούλ. Η Πιονγιάνγκ δοκίμασε πυραύλους μικρού βεληνεκσούς (από 240 έως 700 χιλιόμετρα), κεφαλές με πυρομαχικά διασποράς ικανά να ισοπεδώσουν ολόκληρα εκτάρια, καθώς και ένα σύστημα ηλεκτρομαγνητικού παλμού (EMP). Το συγκεκριμένο πακέτο έχει σχεδιαστεί για να «τυφλώνει» και να εξουδετερώνει την αεράμυνα των συμμάχων στις πρώτες ώρες μιας σύγκρουσης.

Διαβάζοντας αυτά τα δύο γεγονότα ως ενιαία στρατηγική, το μήνυμα είναι σαφές: ο Hwasong-20 αποτρέπει μια εξωτερική αμερικανική επέμβαση αυξάνοντας δραματικά το κόστος για την Ουάσιγκτον, ενώ οι τακτικές δοκιμές στη Γουονσάν παραλύουν τις συμβατικές δυνάμεις της Νότιας Κορέας στο έδαφος.

Τα μαθήματα ιστορίας που καθοδηγούν την Πιονγιάνγκ

Η εμμονή της Βόρειας Κορέας στην απόκτηση αυτού του πυρηνικού οπλοστασίου δεν είναι τυχαία, αλλά πηγάζει από τα συμπεράσματα που έβγαλε η ηγεσία της από τη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία.

Το καθεστώς του Σαντάμ Χουσέιν στο Ιράκ, που δεν διέθετε πυρηνικό πρόγραμμα, ανατράπηκε με τη στρατιωτική εισβολή του 2003. Την ίδια χρονιά, ο Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη δέχθηκε να αποσυναρμολογήσει οικειοθελώς το δικό του πυρηνικό πρόγραμμα με αντάλλαγμα την ομαλοποίηση των σχέσεων με τη Δύση, για να ανατραπεί βίαια λίγα χρόνια αργότερα με την ανοιχτή συνδρομή του ΝΑΤΟ.

Για την Πιονγιάνγκ το συμπέρασμα είναι αμείλικτο: καμία χώρα χωρίς αξιόπιστη πυρηνική αποτροπή δεν έχει εγγύηση επιβίωσης, και όποιος παραδίδει τα όπλα του καταστρέφεται.

Πάνω σε αυτή τη λογική κατέρρευσαν όλες οι διπλωματικές προσπάθειες των τελευταίων τριών δεκαετιών, από το Πλαίσιο Συμφωνίας του 1994 και τις Εξαμερείς Συνομιλίες του 2003, μέχρι τις ιστορικές αλλά άκαρπες συνόδους κορυφής του Ντόναλντ Τραμπ με τον Κιμ Γιονγκ Ουν σε Σινγκαπούρη και Ανόι το 2018-2019. Κάθε φορά, η απαίτηση της Δύσης για «αποπυρηνικοποίηση πρώτα» προσέκρουε στην ιστορική καχυποψία της Βόρειας Κορέας.

Τα τρία μονοπάτια και η σκληρή πραγματικότητα του ελέγχου των εξοπλισμών

Μπροστά στα νέα δεδομένα του 2026, οι επιλογές για τις ΗΠΑ, τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία περιορίζονται σε τρεις συγκεκριμένες στρατηγικές, καθεμία εκ των οποίων έχει το δικό της πολιτικό και στρατιωτικό τίμημα.

Η πρώτη επιλογή είναι η συνέχιση της πεπατημένης, δηλαδή η διατήρηση των κυρώσεων, οι λεκτικές καταδίκες στον ΟΗΕ και τα κοινά στρατιωτικά γυμνάσια. Πρόκειται για την πιο εύκολη πολιτικά λύση, η οποία όμως αποδεδειγμένα δεν έχει καθυστερήσει το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Πιονγιάνγκ, αντιθέτως μάλιστα ενισχύει την πεποίθησή της ότι μόνο τα όπλα μετράνε.

Η δεύτερη επιλογή αφορά την κατακόρυφη ενίσχυση της άμυνας, με διεύρυνση της αντιπυραυλικής προστασίας, στενότερη τριμερή συνεργασία (ΗΠΑ-Νότια Κορέα-Ιαπωνία) και ανάπτυξη ισχυρών συμβατικών όπλων αποτροπής, όπως ο νοτιοκορεατικός πύραυλος Hyunmoo-5. Αν και αποτελεί μια λογική θωράκιση, η προσέγγιση αυτή δεν αλλάζει το σκεπτικό της Πιονγιάνγκ και κινδυνεύει να πυροδοτήσει έναν ατέρμονο ανταγωνισμό εξοπλισμών, όπου η Βόρεια Κορέα έχει αποδείξει ότι μπορεί να απαντά στην κλιμάκωση με κλιμάκωση.

Η τρίτη επιλογή, η οποία δεν έχει δοκιμαστεί ποτέ στο παρελθόν, απαιτεί μια ριζική αλλαγή παραδείγματος. Σημαίνει ότι η Δύση πρέπει να προσφέρει δεσμευτικές και επαληθεύσιμες εγγυήσεις ασφαλείας, όχι ως επιβράβευση για τον αφοπλισμό της Βόρειας Κορέας, αλλά ως αφετηρία για μια μακρά διαδικασία όπου άμεσος στόχος θα είναι ο έλεγχος των εξοπλισμών και όχι η αποπυρηνικοποίηση.

Αυτό προϋποθέτει την αντιμετώπιση της Βόρειας Κορέας ως μιας de facto πυρηνικής δύναμης, με τον ίδιο τρόπο που οι ΗΠΑ διαχειρίζονταν το σοβιετικό οπλοστάσιο κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Αν και μια τέτοια στροφή είναι πολιτικά επώδυνη διότι μοιάζει να επιβραβεύει την πυρηνική διάχυση, η εναλλακτική λύση της εμμονής σε ανεφάρμοστες απαιτήσεις αφήνει τη χερσόνησο να βυθίζεται κάθε χρόνο σε μεγαλύτερο κίνδυνο.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ