Σε μια στρατηγική κίνηση υψηλού ρίσκου στην «πίσω αυλή» της Ρωσίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να μετατοπίσουν τις ισορροπίες στον Νότιο Καύκασο, επιστρατεύοντας οικονομικά και διπλωματικά κίνητρα δισεκατομμυρίων.
Η πρόσφατη επίσκεψη του Αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς στην Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν (9-11 Φεβρουαρίου 2026) σηματοδοτεί την πιο δυναμική αμερικανική παρέμβαση στην περιοχή, λίγους μήνες μετά την ειρηνευτική συμφωνία που μεσολάβησε η κυβέρνηση Τραμπ τον Αύγουστο του 2025.
Ενεργειακή απεξάρτηση και εξοπλισμοί στην Αρμενία Στο Ερεβάν, ο Βανς ανακοίνωσε ένα κολοσσιαίο επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 9 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την κατασκευή αμερικανικών αρθρωτών πυρηνικών αντιδραστήρων. Η κίνηση αυτή στοχεύει απευθείας στον τερματισμό της ρωσικής ενεργειακής ομηρίας της Αρμενίας, καθώς ο απαρχαιωμένος σταθμός του Μετσαμόρ —που ελέγχεται από τη ρωσική Rosatom— καλύπτει το 40% των αναγκών της χώρας. Παράλληλα, η συμφωνία περιλαμβάνει την πώληση αναγνωριστικών drones αξίας 11 εκατομμυρίων δολαρίων, παρά τις ανησυχίες για τη διείσδυση των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών στον αρμενικό μηχανισμό ασφαλείας.
Στρατηγική συμμαχία με το Αζερμπαϊτζάν στην Κασπία Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον αναβαθμίζει τις σχέσεις της με το Μπακού σε επίπεδο στρατηγικής συνεργασίας. Το Αζερμπαϊτζάν αποτελεί την κρίσιμη εναλλακτική δίοδο προς την Κεντρική Ασία, παρακάμπτοντας τη Ρωσία και το Ιράν. Οι ΗΠΑ δεσμεύτηκαν να ενισχύσουν το ναυτικό του Αζερμπαϊτζάν με σκάφη ικανά να ανταγωνιστούν τον ρωσικό στόλο της Κασπίας, προστατεύοντας παράλληλα τον κρίσιμο εφοδιαστικό διάδρομο προς τη Μεσόγειο από ρωσο-ιρανικές παρεμβάσεις.
Ο «Δρόμος Τραμπ» και οι κίνδυνοι της μετάβασης Το φιλόδοξο σχέδιο «Δρόμος Τραμπ για τη Διεθνή Ειρήνη και Ευημερία» επιδιώκει να δημιουργήσει μόνιμους οικονομικούς δεσμούς μέσω υποδομών που θα ενώνουν τις πρώην εμπόλεμες ζώνες των δύο χωρών. Ωστόσο, η αμερικανική διείσδυση παραμένει εύθραυστη. Οι επικείμενες εκλογές στην Αρμενία τον Ιούνιο και η ισχυρή επιρροή του Ιράν —το οποίο ετοιμάζει τη δική του στρατηγική συμμαχία με το Ερεβάν— απειλούν να αποσταθεροποιήσουν τη δυτική στροφή.
Η Ουάσιγκτον ποντάρει πλέον στη χρήση των κυρώσεων «Magnitsky» κατά της διαφθοράς ως μοχλό πίεσης για μεταρρυθμίσεις, προσπαθώντας να εγγυηθεί ότι οι αμερικανικές επενδύσεις δεν θα χαθούν σε ένα περιβάλλον που ιστορικά παραμένει υπό τον έλεγχο της Μόσχας.