Η πτώση του καθεστώτος Άσαντ παρουσιάστηκε από πολλούς στη Δύση ως το τέλος της ιρανικής επιρροής στη Συρία και ως μια στρατηγική ήττα του λεγόμενου «Άξονα της Αντίστασης». Στην πραγματικότητα, όμως, πίσω από την αποδυνάμωση της Τεχεράνης εξελίσσεται μια άλλη, βαθύτερη αναδιάταξη ισχύος, αυτή της σταδιακής μετατροπής της βόρειας Συρίας και τμημάτων της Ανατολικής Μεσογείου σε ζώνη μόνιμης τουρκικής επιρροής.
Αυτό που επιχειρεί σήμερα η Άγκυρα δεν είναι μια απλή περιφερειακή επέκταση επιρροής. Είναι η οικοδόμηση ενός νέου γεωπολιτικού οικοσυστήματος, όπου η Τουρκία δεν θα λειτουργεί μόνο ως στρατιωτική δύναμη, αλλά ως διοικητικό, οικονομικό, τεχνολογικό και ιδεολογικό κέντρο ενός ευρύτερου νεοοθωμανικού χώρου.
Η ανάλυση του Amine Ayoub στη Jerusalem Post φωτίζει ένα μέρος αυτής της στρατηγικής. Όμως η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν συνδυαστεί με στοιχεία από το Middle East Forum, το Foundation for Defense of Democracies (FDD), το Chatham House και ευρωπαϊκές εκθέσεις ασφαλείας, που καταγράφουν τη συστηματική χρήση ισλαμιστικών δικτύων, οικονομικών εξαρτήσεων και τεχνολογικών υποδομών από την Άγκυρα.
Η Τουρκία δεν επιδιώκει πλέον απλώς «επιρροή» στη Συρία. Επιχειρεί να διαμορφώσει ένα ιδιότυπο μοντέλο εξάρτησης. Δεν πρόκειται για μια κλασική μορφή «ήπιας ισχύος», αλλά για μια δομική αντικατάσταση των βασικών λειτουργιών του κράτους, όπου οι τοπικοί θεσμοί διοίκησης και ασφάλειας λειτουργούν ως προεκτάσεις της τουρκικής κρατικής αρχιτεκτονικής.
Το πρώτο εργαλείο είναι το πολιτικό Ισλάμ και ειδικότερα τα δίκτυα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Εδώ και χρόνια η κυβέρνηση Ερντογάν φιλοξενεί, χρηματοδοτεί και πολιτικά προστατεύει στελέχη της Αδελφότητας στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ, αυτά τα δίκτυα εμφανίζονται ως ο «ήπιος» διοικητικός μηχανισμός της επόμενης ημέρας.
Το μοντέλο είναι εξαιρετικά λειτουργικό για την Άγκυρα… Η Τουρκία αποφεύγει το κόστος μιας επίσημης κατοχής, ενώ ταυτόχρονα αποκτά έλεγχο μέσω τοπικών εξαρτημένων μηχανισμών. Η Δαμασκός μπορεί τυπικά να κυβερνά, αλλά οι στρατηγικές αποφάσεις, η οικονομία και οι υποδομές καθορίζονται όλο και περισσότερο από τουρκικά φίλτρα.
Παρά τη δυναμική αυτής της στρατηγικής, το μοντέλο δεν στερείται κινδύνων. Η δυσαρέσκεια των τοπικών κοινωνιών απέναντι στην τουρκική κηδεμονία παραμένει μια κρίσιμη μεταβλητή που μπορεί να υπονομεύσει τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα του εγχειρήματος. Η ιστορία της Μέσης Ανατολής έχει δείξει επανειλημμένα ότι ακόμη και οι πιο οργανωμένες περιφερειακές στρατηγικές συναντούν όρια όταν έρχονται αντιμέτωπες με εθνικές, φυλετικές και θρησκευτικές αντιστάσεις.
Παράλληλα, η Άγκυρα επιχειρεί να επεκτείνει αυτό το μοντέλο και στον Λίβανο. Η ενίσχυση σουνιτικών ισλαμιστικών οργανώσεων στη Τρίπολη και στην περιοχή Άκαρ δείχνει ότι η Τουρκία επιδιώκει να αποκτήσει μόνιμο αποτύπωμα στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου.
Ωστόσο, η τουρκική αυτή επέκταση δεν κινείται σε κενό αέρος. Πρέπει να συνυπολογιστεί ο ρόλος της Ρωσίας, η οποία παραμένει παίκτης-κλειδί στη Συρία. Η Μόσχα μπορεί να έχει αποδυναμωθεί μετά την πτώση Άσαντ, αλλά δύσκολα θα αποδεχθεί πλήρη τουρκική κυριαρχία σε μια περιοχή όπου διατηρεί στρατηγικές βάσεις και ιστορικά ερείσματα. Η αλληλεπίδραση -συγκρουσιακή ή συνεργατική- μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τα όρια αυτού του νεοοθωμανικού χώρου.
Το δεύτερο εργαλείο είναι η οικονομική εξάρτηση
Τουρκικοί κολοσσοί με στενούς δεσμούς με το καθεστώς Ερντογάν, (όπως οι Cengiz, Limak, Kalyon, Kolin και Makyol), έχουν ήδη τοποθετηθεί στον πυρήνα της συριακής «ανοικοδόμησης». Οι ίδιες εταιρείες, που συμμετείχαν σε εμβληματικά έργα στρατηγικής σημασίας για την Τουρκία διεισδύουν τώρα στις ενεργειακές, οδικές και αεροπορικές υποδομές της Συρίας.
Όταν η εκπαίδευση, οι τηλεπικοινωνίες, τα νοσοκομεία, οι μεταφορές και η ενέργεια μιας χώρας οργανώνονται μέσω τουρκικών θεσμών και τουρκικών κεφαλαίων, τότε δημιουργείται μια νέα γενιά πολιτικής και διοικητικής ελίτ που θα βλέπει την Άγκυρα ως φυσικό κέντρο αναφοράς.
Το τρίτο και ίσως σημαντικότερο εργαλείο είναι η τεχνολογία και ειδικότερα τα drones. Η δημιουργία δικτύου «drone infrastructure» στη βόρεια Συρία μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο μιας νέας μορφής ελέγχου: ενός «εναέριου διαδρόμου», που θα συνδέει την Ανατολία με τη βόρεια Συρία, τον Λίβανο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η μετάβαση, από την εμπορική χρήση στη στρατιωτική αξιοποίηση αυτών των υποδομών, μπορεί να γίνει σχεδόν ακαριαία, καθώς η ίδια τεχνολογική πλατφόρμα εξυπηρετεί logistics, επιτήρηση και επιχειρησιακές δυνατότητες. Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τη στρατηγική της Άγκυρας τόσο δύσκολα αντιμετωπίσιμη από τα παραδοσιακά δυτικά εργαλεία αποτροπής.
Εδώ η σύνδεση με τη «Γαλάζια Πατρίδα» γίνεται κρίσιμη. Η τουρκική στρατηγική δεν περιορίζεται πλέον στη θάλασσα. Επεκτείνεται στον αέρα, στα δίκτυα δεδομένων και στις ψηφιακές υποδομές.
Το πιο ανησυχητικό για τη Δύση είναι ότι η Τουρκία εφαρμόζει αυτή τη στρατηγική χωρίς τις «θορυβώδεις» μεθόδους του Ιράν. Αντιθέτως, αξιοποιεί τη θέση της στο ΝΑΤΟ και τις εμπορικές σχέσεις με την Ευρώπη για να επεκτείνεται κάτω από το όριο ενεργοποίησης δυτικών αντανακλαστικών.
Η Τουρκία επιχειρεί να μετατραπεί σε αυτόνομο πόλο ισχύος. Για την Ελλάδα, την Κύπρο και τη συνολική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτό δεν αποτελεί θεωρητική εξέλιξη. Είναι μια στρατηγική πραγματικότητα που επιβάλλει εγρήγορση και αναπροσαρμογή στρατηγικής.
Διότι στην Ανατολική Μεσόγειο δεν διαμορφώνεται απλώς μια νέα ισορροπία ισχύος. Διαμορφώνεται σταδιακά ένα νέο σύστημα περιφερειακής εξάρτησης με κέντρο την Άγκυρα.
ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr