Μετά από τέσσερις μήνες πολεμικού αποκλεισμού, τα Στενά του Ορμούζ —ο πιο κρίσιμος εμπορικός δίαυλος του πλανήτη— ετοιμάζονται να ανοίξουν ξανά για τη διεθνή ναυσιπλοΐα «ήδη από την Παρασκευή», σύμφωνα με τις εξαγγελίες του Ντόναλντ Τραμπ και την υπογραφή προσωρινής συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Ωστόσο, η επανεκκίνηση ενός περάσματος από όπου διέρχεται το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου δεν είναι απλή υπόθεση και η πλήρης επιστροφή στην ομαλότητα θα απαιτήσει χρόνο.
Το προφίλ του αποκλεισμού και η κατάσταση των πλοίων
Η Τεχεράνη είχε σφραγίσει τα Στενά αμέσως μετά τις πρώτες αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στις 28 Φεβρουαρίου. Αυτή τη στιγμή, περίπου 500 πλοία και 20.000 ναυτικοί παραμένουν εγκλωβισμένοι στα ύδατα του Κόλπου.
Αν και θεωρητικά τα πλοία αυτά μπορούν να αποπλεύσουν αμέσως μόλις δοθεί η επίσημη έγκριση, υπάρχουν πρακτικά ζητήματα. Τα πληρώματα έχουν συντηρήσει τις μηχανές και τον εξοπλισμό όλο αυτό το διάστημα, όμως πολλά σκάφη ίσως χρειαστούν πρώτα καθαρισμό των υφάλων τους.
Παράλληλα, πλοία από την αντίθετη κατεύθυνση αναμένεται να σπεύσουν στον Κόλπο για να φορτώσουν τους συσσωρευμένους υδρογονάνθρακες και τα αγροτικά προϊόντα, γεγονός που προκαλεί φόβους για σοβαρή συμφόρηση στα λιμάνια.
Επιφυλακτικότητα, ασφάλιστρα και ναρκοπέδια
Οι εφοπλιστές, οι ναυλωτές και οι ασφαλιστικές εταιρείες εμφανίζονται εξαιρετικά προσεκτικοί. Οι ασφαλιστές ενδέχεται να απαιτήσουν στρατιωτική συνοδεία για τα πλοία, ενώ τα πληρώματα αναμένεται να λάβουν αυξημένα «μπόνους κινδύνου», το κόστος των οποίων πάντως δεν θεωρείται εμπόδιο λόγω των υψηλών κερδών στον πετρελαϊκό τομέα.
Τα τάνκερ που συνδέονται με χώρες της Ασίας ή με κράτη της περιοχής (Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Κουβέιτ, Ιράκ) και ανήκουν σε μη εισηγμένους στόλους αναμένεται να κάνουν την αρχή.
Το μεγαλύτερο αγκάθι παραμένει η ασφάλεια. Το Ιράν έχει κηρύξει την κεντρική ζώνη του Ορμούζ ναρκοθετημένη. Μέχρι να ολοκληρωθεί η αποναρκοθέτηση, τα πλοία θα αναγκαστούν να χρησιμοποιούν τις στενότερες παράκτιες ζώνες, οι οποίες δεν επαρκούν για τον κανονικό όγκο της κυκλοφορίας.
Για τον σκοπό αυτό, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία έχουν συγκροτήσει από τον Μάρτιο έναν συνασπισμό μη εμπολέμων χωρών για την αποναρκοθέτηση, μια πρωτοβουλία στην οποία οι ΗΠΑ ζητούν τώρα να συνεισφέρουν μέσα, παρά τις δημόσιες επιφυλάξεις του Τραμπ.
Μήνες μέχρι την πλήρη αποκατάσταση
Οι αναλυτές ξεκαθαρίζουν ότι η αγορά δεν θα επανέλθει στην προτέρα κατάσταση «ως δια μαγείας». Εκτός από το τεχνικό άνοιγμα των Στενών, απαιτούνται αλλαγές πληρωμάτων, επαναλειτουργία των αλυσίδων παραγωγής και αναπλήρωση των στρατηγικών αποθεμάτων.
Τα τάνκερ που θα απεγκλωβιστούν θα χρειαστούν περίπου έναν μήνα για να φτάσουν στην Ευρώπη, ενώ η πλήρης αποκατάσταση των πετρελαϊκών εξαγωγών στα προπολεμικά επίπεδα θα απαιτήσει τέσσερις έως έξι μήνες. Επιπλέον, πολλές εταιρείες έχουν ήδη προσαρμοστεί στην κρίση, ανοίγοντας νέους διαύλους προμήθειας από εναλλακτικές πηγές, όπως οι ΗΠΑ και η Νιγηρία.
Η κόντρα για τα «διόδια» διέλευσης
Ένα νέο πεδίο διπλωματικής αντιπαράθεσης φαίνεται να ανοίγει γύρω από το καθεστώς ναυσιπλοΐας. Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς ξεκαθάρισε ότι η Ουάσινγκτον προσδοκά ελεύθερη διέλευση χωρίς επιπλέον κόστη. Αντίθετα, η ιρανική πλευρά επιχειρεί να επιβάλει «τέλη υπηρεσιών» για την ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντος.
Από την πλευρά τους, οι Ευρωπαίοι πλοιοκτήτες εμφανίζονται κάθετα αντίθετοι στην καταβολή τέτοιων τελών, τονίζοντας ότι αντιβαίνουν στο Δίκαιο της Θάλασσας. Παράλληλα, εκφράζουν την άρνησή τους να καταβάλουν χρήματα που θα μπορούσαν να καταλήξουν στους Φρουρούς της Επανάστασης, μια οργάνωση που θεωρείται τρομοκρατική από τη Δύση.