Η Γροιλανδία διαθέτει ήδη τις απαραίτητες στρατιωτικές υποδομές και δυνάμεις για να υποστηρίξει επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ και να λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι σε πιθανές απειλές, παρά το γεγονός ότι το φιλόδοξο πρόγραμμα ενίσχυσης της άμυνας στην Αρκτική βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, δήλωσε ο επικεφαλής της Κοινής Αρκτικής Διοίκησης της Δανίας, Σόρεν Άντερσεν.
Σε συνέντευξή του, ο Δανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι η βασική πρόκληση ασφαλείας στην περιοχή αφορά την παρακολούθηση της δραστηριότητας ρωσικών και κινεζικών υποβρυχίων στο στρατηγικής σημασίας «χάσμα GIUK» (Γροιλανδία – Ισλανδία – Ηνωμένο Βασίλειο), το οποίο αποτελεί κρίσιμο πέρασμα στον Βόρειο Ατλαντικό.
Όπως εξήγησε, η αποστολή αυτή απαιτεί κυρίως συστήματα επιτήρησης και συλλογής πληροφοριών και όχι απαραίτητα την ανάπτυξη μεγάλου αριθμού στρατιωτών στο έδαφος της Γροιλανδίας.
«Οι Δανικές Ένοπλες Δυνάμεις διαθέτουν ήδη τις εγκαταστάσεις που απαιτούνται για την άμυνα της Γροιλανδίας», ανέφερε ο Άντερσεν, προσθέτοντας ότι υπάρχουν και άλλες μορφές επιχειρησιακής δράσης που δεν προϋποθέτουν εκτεταμένη μόνιμη στρατιωτική παρουσία στο νησί.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η παρακολούθηση της υποβρύχιας δραστηριότητας βασίζεται σε πλοία, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και αεροσκάφη επιτήρησης, δυνατότητες που συχνά υποστηρίζονται από εγκαταστάσεις στην Ισλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο και όχι αποκλειστικά από τη Γροιλανδία.
Η Δανία έχει ανακοινώσει επενδύσεις ύψους 42 δισ. δανικών κορωνών, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 6,5 δισ. δολάρια, για την ενίσχυση της άμυνας στην Αρκτική. Η απόφαση αυτή συνδέεται με την αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία της περιοχής, αλλά και με τις επανειλημμένες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με την απόκτηση της Γροιλανδίας για λόγους ασφαλείας.
Παρά τα σχέδια αυτά, ο Άντερσεν παραδέχθηκε ότι μέχρι στιγμής η άφιξη νέου εξοπλισμού στη Γροιλανδία παραμένει περιορισμένη, επισημαίνοντας ότι αρκετές από τις προβλεπόμενες δυνατότητες δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί.
Όπως ανέφερε, η Δανία αντιμετωπίζει τις ίδιες δυσκολίες που παρατηρούνται διεθνώς στην αμυντική βιομηχανία, καθώς πολλές χώρες ανταγωνίζονται για την προμήθεια drones, αεροσκαφών ναυτικής περιπολίας και εναέριων μέσων ανεφοδιασμού.
Ήδη έχουν αναπτυχθεί τα πρώτα επίγεια συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, ενώ το πρώτο παράκτιο ραντάρ στο Νουούκ αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία τον επόμενο μήνα. Παράλληλα, εντός του έτους προβλέπεται να ξεκινήσουν οι εργασίες για την κατασκευή νέου λιμανιού και νέου στρατιωτικού αρχηγείου.
Η πλήρης ανάπτυξη των νέων αμυντικών δυνατοτήτων τοποθετείται χρονικά έως το 2033, όταν θα έχει ολοκληρωθεί η ανανέωση σχεδόν όλων των μέσων που υπάγονται στην Κοινή Αρκτική Διοίκηση.
Στα μελλοντικά προγράμματα περιλαμβάνονται νέα αρκτικά περιπολικά πλοία και παγοθραυστικά, καθώς και η δημιουργία σταθμού παρακολούθησης πυρηνικής δραστηριότητας και συστήματος έγκαιρης αεροπορικής προειδοποίησης στην ανατολική Γροιλανδία.
Οι εξελίξεις αυτές συμπίπτουν με τις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ Δανίας, Γροιλανδίας και Ηνωμένων Πολιτειών για ζητήματα ασφάλειας στο νησί. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, στο επίκεντρο των συνομιλιών βρίσκεται η πιθανότητα διεύρυνσης της αμυντικής συνεργασίας και η δημιουργία νέων αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων.
Ο Άντερσεν δήλωσε ότι, εφόσον υπάρξει σχετική συμφωνία στο μέλλον, ο δανικός στρατός θα αξιολογήσει τον επιχειρησιακό ρόλο των νέων βάσεων και το κατά πόσο αυτές θα ενισχύσουν τις υφιστάμενες δυνατότητες άμυνας και επιτήρησης στην Αρκτική.
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Κοπεγχάγης δοκιμάστηκαν στις αρχές του έτους, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ αρνήθηκε να αποκλείσει το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης για την απόκτηση της Γροιλανδίας.
Η Δανία είχε τότε προχωρήσει, μαζί με συμμάχους του ΝΑΤΟ, στην αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί. Αν και η αποστολή παρουσιάστηκε επισήμως ως άσκηση, δημοσιεύματα του δανικού Τύπου υποστήριξαν ότι οι δυνάμεις είχαν αναπτυχθεί με πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών της Δανίας, Λαρς Λόκε Ράσμουσεν, παραδέχθηκε πρόσφατα ότι το ενδεχόμενο αμερικανικής στρατιωτικής παρέμβασης στη Γροιλανδία προκαλούσε πραγματική ανησυχία στις αρχές της χρονιάς. Όπως σημείωσε, ο συγκεκριμένος κίνδυνος έχει πλέον υποχωρήσει, ωστόσο το ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον για τη στρατηγικής σημασίας αρκτική περιοχή παραμένει ισχυρό.