Έντονο σκεπτικισμό εκφράζουν ανώτατοι αξιωματούχοι ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών ως προς το ενδεχόμενο τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία εντός του 2026, παρά τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι συνομιλίες υπό αμερικανική διαμεσολάβηση έχουν φέρει μια συμφωνία «αρκετά κοντά».
Επικεφαλής πέντε ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών, μιλώντας στο Reuters, εκτιμούν ότι η Ρωσία δεν επιδιώκει μια ταχεία λήξη της σύγκρουσης και ενδέχεται να αξιοποιεί τη διαπραγματευτική διαδικασία κυρίως για την εξασφάλιση χαλάρωσης των κυρώσεων και οικονομικών ανταλλαγμάτων. Ο τελευταίος γύρος συνομιλιών πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη, ωστόσο περιγράφηκε από ευρωπαϊκές πηγές ως «διαπραγματευτικό θέατρο», καταδεικνύοντας και το στρατηγικό χάσμα που χωρίζει ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και Λευκό Οίκο ως προς τις πραγματικές προθέσεις της Μόσχας.
Οι στρατηγικοί στόχοι της Μόσχας
Σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, το Κρεμλίνο δεν έχει μεταβάλει τις βασικές του επιδιώξεις: την αποδυνάμωση της δυτικής πορείας της Ουκρανίας, την απομάκρυνση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι και τη μετατροπή της χώρας σε ουδέτερη ζώνη-ανάχωμα. Παρά τις οικονομικές πιέσεις, οι υπηρεσίες πληροφοριών θεωρούν ότι η ρωσική οικονομία δεν βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης, γεγονός που μειώνει τα κίνητρα για άμεσο συμβιβασμό.
Τα αγκάθια των διαπραγματεύσεων
Οι αντιπροσωπείες Ρωσίας και Ουκρανίας συναντήθηκαν αυτή την εβδομάδα για τρίτη φορά μέσα στο 2026 χωρίς ουσιαστική πρόοδο, κυρίως στο εδαφικό. Η Μόσχα απαιτεί την αποχώρηση ουκρανικών δυνάμεων από τις περιοχές του Ντονέτσκ που δεν ελέγχει πλήρως — αίτημα που το Κίεβο απορρίπτει. Πηγές των υπηρεσιών πληροφοριών εκτιμούν ότι ακόμη και αν υπάρξουν ουκρανικές παραχωρήσεις, αυτές θα αποτελέσουν απλώς ενδιάμεσο στάδιο και όχι τελική διευθέτηση.
Παράλληλο οικονομικό «κανάλι»
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες πληροφορίες ότι η Ρωσία επιχειρεί να διαχωρίσει τις συνομιλίες για τον πόλεμο από πιθανές συμφωνίες οικονομικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ. Ο Ζελένσκι ανέφερε ότι ουκρανικές υπηρεσίες εντόπισαν συζητήσεις για επενδυτικές και εμπορικές συμφωνίες που θα μπορούσαν να φτάσουν τα 12 τρισ. δολάρια — προτάσεις που φέρεται να προωθεί ο Ρώσος απεσταλμένος Κιρίλ Ντμίτριεφ.
Αντοχές και πιέσεις της ρωσικής οικονομίας
Παρά την επιβράδυνση, ευρωπαϊκές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα της ρωσικής οικονομίας. Ωστόσο, προειδοποιούν για αυξανόμενους κινδύνους στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, λόγω περιορισμένης πρόσβασης σε κεφάλαια, υψηλού κόστους δανεισμού και συρρίκνωσης των δημοσιονομικών αποθεμάτων. Το βασικό επιτόκιο διαμορφώνεται στο 15,5%, ενώ το ρευστό σκέλος του κρατικού αποθεματικού ταμείου έχει μειωθεί δραστικά από το 2022.
Διατλαντικές διαφοροποιήσεις
Την αμερικανική διαπραγματευτική ομάδα ηγούνται ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, και ο ανώτερος σύμβουλος Τζάρεντ Κούσνερ. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκφράζουν επιφυλάξεις τόσο για τη σύνθεση όσο και για τη διαπραγματευτική εμπειρία της ομάδας, αλλά και για τον περιορισμένο ρόλο της ίδιας της Ουκρανίας στις συνομιλίες. Ο Λευκός Οίκος, από την πλευρά του, υπερασπίζεται τη διαδικασία, υποστηρίζοντας ότι έχει φέρει τις δύο πλευρές πιο κοντά σε συμφωνία.
Πολιτικά χρονοδιαγράμματα vs στρατηγική υπομονή
Οι αξιολογήσεις των ευρωπαϊκών υπηρεσιών αναδεικνύουν ένα βαθύτερο χάσμα: την απόκλιση ανάμεσα στα πολιτικά χρονοδιαγράμματα της Δύσης και τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της Ρωσίας. Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να επιδιώκει συμφωνία έως τα μέσα του 2026, εν μέρει και για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους, ενώ η Μόσχα κινείται με ορίζοντα ευρύτερων γεωπολιτικών στόχων.
Κατά συνέπεια, ευρωπαϊκές πηγές θεωρούν ότι το Κρεμλίνο αντιμετωπίζει τις διαπραγματεύσεις περισσότερο ως εργαλείο αποκόμισης πολιτικών και οικονομικών οφελών —όπως χαλάρωση κυρώσεων— παρά ως πραγματική οδό ειρήνευσης. Το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο για το αν οι συνομιλίες θα οδηγήσουν σε ουσιαστικούς συμβιβασμούς ή θα παραμείνουν μέρος μιας παρατεταμένης στρατηγικής φθοράς.