Ενώ σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες Ιρανοί της διασποράς βγήκαν στους δρόμους το Σαββατοκύριακο για να πανηγυρίσουν τον θάνατο του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται ένα δύσκολο και επικίνδυνο διπλωματικό σταυροδρόμι.
Στις Βρυξέλλες, διαδηλωτές μιλούσαν για «ιστορική ημέρα», την ώρα που οι ευρωπαϊκοί θεσμοί καλούνταν να τοποθετηθούν απέναντι σε μια σύγκρουση που απειλεί να αποκαλύψει βαθιές ρωγμές στο ευρωπαϊκό μέτωπο.
Η ΕΕ, η οποία εδώ και χρόνια επιβάλλει κυρώσεις στην Τεχεράνη για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και καταδικάζει τις αποσταθεροποιητικές της ενέργειες στην περιοχή του Κόλπου, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα κρίσιμο ερώτημα: συνάδουν τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν με το διεθνές δίκαιο και την «τάξη βασισμένη σε κανόνες» που η ίδια επικαλείται; Σύμφωνα με την Ερυθρά Ημισέληνος, οι επιθέσεις προκάλεσαν τον θάνατο τουλάχιστον 555 Ιρανών αμάχων, γεγονός που περιπλέκει ακόμη περισσότερο τη συζήτηση.
Από την πλευρά της Ουάσιγκτον, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενεργούν για να αποτρέψουν τον «μεγαλύτερο χρηματοδότη της τρομοκρατίας» από την απόκτηση πυρηνικών όπλων και να εξουδετερώσουν τις ιρανικές πυραυλικές δυνατότητες. Ωστόσο, η αμερικανική κυβέρνηση απέφυγε να εντάξει τις επιχειρήσεις σε κάποιο σαφές νομικό πλαίσιο. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ μίλησε ανοιχτά για δράση «χωρίς ανόητους κανόνες εμπλοκής» και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διεθνείς θεσμοί, επικρίνοντας μάλιστα συμμάχους των ΗΠΑ για «υποκριτικές» αντιδράσεις απέναντι στη χρήση βίας.
Το μήνυμα αυτό βρίσκει την Ευρώπη διχασμένη. Στη Γερμανία, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς κράτησε χαμηλούς τόνους, υποστηρίζοντας ότι οι νομικές αξιολογήσεις έχουν περιορισμένη πολιτική αξία και ότι «δεν είναι ώρα για υποδείξεις» προς συμμάχους, με τους οποίους –παρά τις επιφυλάξεις– υπάρχουν κοινοί στόχοι.
Στον αντίποδα, η Ισπανία υιοθέτησε σαφώς πιο επικριτική στάση. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ κατήγγειλε τη μονομερή στρατιωτική δράση των ΗΠΑ και του Ισραήλ, κάνοντας λόγο για επικίνδυνη κλιμάκωση που υπονομεύει τη διεθνή σταθερότητα και εντείνει την αβεβαιότητα στο παγκόσμιο σύστημα.
Η νομική διάσταση του ζητήματος παραμένει εξίσου αμφιλεγόμενη. Ο καθηγητής διεθνούς δικαίου Μαρκ Γουέλερ, από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ και το Chatham House, υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει καμία νομική βάση για την επίθεση. Όπως σημειώνει, το διεθνές δίκαιο δεν επιτρέπει τη χρήση βίας ούτε ως απάντηση σε γενικευμένη εχθρική στάση ούτε ως αντίποινα για παρελθούσες προκλήσεις, παρά μόνο ως έσχατο μέσο απέναντι σε άμεση ένοπλη επίθεση.
Αντίθετη άποψη εκφράζει η καθηγήτρια νομικής Ρόζα Φρίντμαν από το Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ. Κατά την ίδια, το διεθνές δίκαιο πρέπει να εξετάζεται στο ευρύτερο πολιτικό και γεωστρατηγικό του πλαίσιο. Υπενθυμίζει ότι το Ιράν αποτελεί εδώ και δεκαετίες απειλή για το Ισραήλ και την περιοχή και ότι οι πυρηνικές του φιλοδοξίες δικαιολογούν τα πλήγματα, εφόσον αυτά αξιολογηθούν υπό το πρίσμα του σκοπού του ΟΗΕ και της διεθνούς ασφάλειας.
Πέρα από τη νομική αντιπαράθεση, αναδύεται και ένας ευρύτερος κίνδυνος. Όπως προειδοποιεί ο Γουέλερ, η απροθυμία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να κατονομάσουν ενδεχόμενες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου μπορεί να δημιουργήσει ένα επικίνδυνο προηγούμενο, επαναφέροντας τη χρήση βίας ως αποδεκτό εργαλείο εθνικής πολιτικής. Για την Ευρώπη, αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα προβληματικό, καθώς θα αποδυναμώσει τη δυνατότητά της να αντιταχθεί σε μελλοντικές ρωσικές ή κινεζικές κινήσεις χωρίς να κατηγορηθεί για επιλεκτική ευαισθησία και πολιτική υποκρισία.