Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο είχε προϊδεάσει τους Ευρωπαίους ηγέτες για μια πιο απομονωτική στάση των ΗΠΑ, η οποία θα έθετε υπό πίεση το ΝΑΤΟ και, κατ’ επέκταση, τις εύθραυστες γεωπολιτικές ισορροπίες. Κεντρικός στόχος της Ευρώπης ήταν να αποτραπούν σοβαρές κρίσεις στο εσωτερικό της Συμμαχίας, αλλά και να διατηρηθεί η αμερικανική στήριξη στο ουκρανικό μέτωπο, ώστε να ανακοπούν τα ρωσικά σχέδια προσάρτησης ουκρανικών εδαφών.
Στο πλαίσιο αυτό, τους τελευταίους μήνες οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επεδίωξαν να διατηρήσουν ανοιχτούς διαύλους με την Ουάσινγκτον, αποφεύγοντας δημόσια κριτική στις αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου και υιοθετώντας μια πολιτική κατευνασμού. Ωστόσο, η αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα, η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και οι απειλές που διατυπώθηκαν για τη Γροιλανδία ανέτρεψαν τα δεδομένα, αποκαλύπτοντας —κατά τους Ευρωπαίους— επεκτατικές διαθέσεις που δεν είχαν υπολογιστεί.
Σύμφωνα με το περιοδικό Politico, στους ευρωπαϊκούς κύκλους χάραξης πολιτικής εντείνεται πλέον η ανησυχία, καθώς η ρητορική Τραμπ για τη Γροιλανδία δεν θεωρείται πια απλή υπερβολή. «Πρέπει να είμαστε έτοιμοι για μια άμεση σύγκρουση με τον Τραμπ. Βρίσκεται σε επιθετική φάση και οφείλουμε να προετοιμαστούμε», ανέφερε Ευρωπαίος διπλωμάτης που συμμετέχει στις σχετικές συζητήσεις.
Την ίδια ώρα, φωνές από τη Δανία εκφράζουν αιφνιδιασμό και αβεβαιότητα για τα περιθώρια αντίδρασης της Ευρώπης, τονίζοντας ότι οι εξελίξεις δεν επιτρέπουν μακροχρόνιες αναμονές. Παράλληλα, αναλυτές επισημαίνουν ότι μια διάλυση του ΝΑΤΟ δεν θα εξυπηρετούσε ούτε τα αμερικανικά συμφέροντα.
Η διευθύντρια του Atlantic Council, Άννα Βαϊσλάντερ, εκτιμά ότι η διπλωματία αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική —αν και δύσκολη— διέξοδο στο ζήτημα της Γροιλανδίας. Υπογραμμίζει ότι χώρες με καλές σχέσεις με την κυβέρνηση Τραμπ, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Φινλανδία, θα πρέπει να στηρίξουν ενεργά τη Δανία και να ηγηθούν μιας συντονισμένης ευρωπαϊκής προσπάθειας αποκλιμάκωσης.
Κατά την ίδια, το βασικό μήνυμα προς την Ουάσινγκτον πρέπει να είναι ότι μια αμερικανική παρέμβαση στη Γροιλανδία θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση του ΝΑΤΟ, κάτι που θα ήταν αντίθετο με τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Υπενθυμίζει, μάλιστα, ότι η αμερικανική Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας αναγνωρίζει τη σημασία της Ευρώπης για τη στρατηγική σταθερότητα, τις στρατιωτικές βάσεις και την οικονομική ατζέντα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σε ένα ακραίο σενάριο διάλυσης της Συμμαχίας, η Βαϊσλάντερ προειδοποιεί ότι Ρωσία και Κίνα θα αντιλαμβάνονταν άμεσα το κενό αποτροπής, με τις ΗΠΑ να χάνουν τους στενότερους και ισχυρότερους συμμάχους τους. Παράλληλα, σημειώνει ότι το αμερικανικό Κογκρέσο έχει ήδη προχωρήσει σε πρωτοβουλίες για τη διατήρηση του ΝΑΤΟ, γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη συνεργασία των Ευρωπαίων με τους νομοθέτες στην Ουάσινγκτον.
Στη Δανία, πάντως, επικρατεί η εκτίμηση ότι οι απειλές Τραμπ για τη Γροιλανδία αποτελούν περισσότερο διαπραγματευτικό μοχλό παρά πραγματική πρόθεση στρατιωτικής δράσης εναντίον συμμάχου στο ΝΑΤΟ. Ωστόσο, ακόμη και η δημόσια συζήτηση αυτού του ενδεχομένου έχει ήδη πλήξει την αξιοπιστία της Συμμαχίας.
Όπως τόνισε ο ερευνητής Πάτρικ Οξάνεν στο Deutsche Welle, «το γεγονός ότι γίνεται αυτή η συζήτηση συνιστά μια σημαντική νίκη για τον Πούτιν», ενώ πρώην αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ προειδοποιούν ότι η αμφισβήτηση της εμπιστοσύνης και των κοινών αξιών αποδυναμώνει τη Συμμαχία εκ των έσω.