Μια σκληρή γεωπολιτική μάχη με φόντο τις βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουνίου εξελίσσεται στην Αρμενία, καθώς η χώρα καλείται να αποφασίσει αν θα σπάσει οριστικά τους δεσμούς της με τη Μόσχα για να στραφεί προς τη Δύση. Το αποτέλεσμα της κάλπης επηρεάζει άμεσα τα αμερικανικά συμφέροντα στον Νότιο Καύκασο, τα οποία επικεντρώνονται στην επίτευξη μιας μόνιμης ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν, αλλά και στη δημιουργία εμπορικών δρόμων που θα βρίσκονται εκτός του ελέγχου της Ρωσίας και του Ιράν.
Ο Ρώσος Πρόεδρος, Βλαντίμιρ Πούτιν, έσπευσε να στείλει ένα ξεκάθαρο και απειλητικό μήνυμα προς το Γερεβάν, προειδοποιώντας ότι η προσπάθεια της Ουκρανίας να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν αυτή που οδήγησε στις ρωσικές εισβολές του 2014 και του 2022.
Στον αντίποδα, ο Αρμένιος Πρωθυπουργός, Νικόλ Πασινιάν, έχοντας μάλιστα τη στήριξη του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, επιμένει στη δυτική πορεία της χώρας, έχοντας ήδη θεσμοθετήσει από το 2025 την επιδίωξη για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η παραδοσιακή εξάρτηση της Αρμενίας από τη Μόσχα άρχισε να καταρρέει μετά τον πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 2020 και διαλύθηκε οριστικά το 2023, όταν οι δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν ανακατέλαβαν πλήρως τον θύλακα, ενώ οι Ρώσοι κυανόκρανοι παρέμειναν απλοί θεατές.
Η εξέλιξη αυτή άλλαξε ριζικά την αρμενική κοινή γνώμη, η οποία έπαψε να θεωρεί τη Ρωσία προστάτιδα δύναμη, οδηγώντας το Γερεβάν να παγώσει τη συμμετοχή του στο ελεγχόμενο από τη Μόσχα αμυντικό σύμφωνο (CSTO) και να αναζητήσει στενότερη στρατιωτική και οικονομική συνεργασία με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επενδύσει σημαντικά στην εξομάλυνση των σχέσεων στην περιοχή, φιλοξενώντας μάλιστα στον Λευκό Οίκο μια ιστορική προκαταρκτική συμφωνία ειρήνης μεταξύ Πασινιάν και Αλίγιεφ, η οποία περιλαμβάνει και τη δημιουργία ενός μεγάλου διαδρόμου μεταφορών (TRIPP) για τη σύνδεση του Αζερμπαϊτζάν με τον θύλακα του Ναχιτσεβάν. Ωστόσο, ο Πασινιάν κινείται σε ένα βαθιά διχασμένο εσωτερικό πολιτικό τοπίο.
Πολλοί Αρμένιοι παραμένουν οργισμένοι για την απώλεια του Ναγκόρνο-Καραμπάχ και τον εκτοπισμό των ομοεθνών τους, δίνοντας την ευκαιρία στην πολυπρόσωπη φιλορωσική αντιπολίτευση να τον κατηγορεί για προδοσία. Παράλληλα, το Αζερμπαϊτζάν πιέζει για αλλαγή του αρμενικού συντάγματος ώστε να αφαιρεθεί κάθε εδαφική διεκδίκηση, μια κίνηση για την οποία ο Πασινιάν χρειάζεται μια ισχυρή λαϊκή εντολή στις επερχόμενες εκλογές.
Για να ανατρέψει το σκηνικό, το Κρεμλίνο έχει εξαπολύσει μια πρωτοφανή εκστρατεία παραπληροφόρησης και παρέμβασης στις εκλογές, χρησιμοποιώντας ψεύτικα βίντεο και κατασκευασμένες ειδήσεις για να παρουσιάσει τον Πασινιάν ως διεφθαρμένο και ελεγχόμενο από τη Δύση.
Η Μόσχα δεν στηρίζει έναν μόνο υποψήφιο, αλλά χρηματοδοτεί διάφορες δυνάμεις της αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων τον Ρωσοαρμένιο δισεκατομμυριούχο Σαμβέλ Καραπετιάν, ενώ χρησιμοποιεί και την Αρμενική Αποστολική Εκκλησία για να παρουσιάσει τη στροφή στη Δύση ως απειλή για την εθνική ταυτότητα.
Πέρα από τον πληροφοριακό πόλεμο, η Ρωσία επιστρατεύει και τον ενεργειακό εκβιασμό, απειλώντας ανοιχτά να διακόψει την προνομιακή παροχή πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Αρμενία. Αν και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν το κόμμα του Πασινιάν να προηγείται με 32%, το υψηλό ποσοστό των αναποφάσιστων κρατά το τελικό αποτέλεσμα ανοιχτό, σε μια ψηφοφορία που θα κρίνει αν η Αρμενία θα προχωρήσει προς το μέλλον ή θα παραμείνει εγκλωβισμένη στη ρωσική σφαίρα επιρροής.