Το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026, σηματοδότησε μια απότομη και επικίνδυνη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ξεκίνησαν συντονισμένη στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν, η οποία, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα αναφορές διεθνών μέσων, εξελίσσεται σε πολυήμερη εκστρατεία με αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρη την περιοχή του Κόλπου, στην Ανατολική Μεσόγειο και στο διεθνές διπλωματικό πεδίο.
Οι πρώτες πληροφορίες για την έναρξη των πληγμάτων ήρθαν από τα ξημερώματα, με αναφορές για εκρήξεις σε σημεία της Τεχεράνης και σε άλλες περιοχές, καθώς και για χτυπήματα σε κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές, δίκτυα αεράμυνας και στόχους που συνδέονται με την ιρανική στρατιωτική και πυρηνική αρχιτεκτονική. Από νωρίς κατέστη σαφές ότι δεν επρόκειτο για περιορισμένη ενέργεια λίγων ωρών, όπως σε προηγούμενα επεισόδια, αλλά για επιχείρηση που —σύμφωνα με αμερικανικές και ισραηλινές διαρροές— έχει σχεδιαστεί ώστε να διαρκέσει ημέρες και να πιέσει το ιρανικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου σε πολλαπλά επίπεδα. Τα διεθνή μέσα καταγράφουν ότι η επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών παρουσιάζεται με την ονομασία «Epic Fury», ενώ παράλληλα επανήλθαν στο δημόσιο διάλογο και οι αναφορές στην προγενέστερη «Midnight Hammer», ως κομμάτι της αμερικανικής αφήγησης περί «συνέχειας» των επιχειρησιακών στόχων.
Η επιλογή της χρονικής στιγμής προκάλεσε άμεσα ερωτήματα, επειδή συνέπεσε με μια περίοδο επαφών και διαμεσολάβησης για το ιρανικό πυρηνικό ζήτημα. Διεθνή ρεπορτάζ καταγράφουν ότι μεσολαβητικοί δίαυλοι, με ρόλο του Ομάν, είχαν μεταφέρει την εικόνα ότι συζητούνταν πλαίσιο που θα περιόριζε τον εμπλουτισμό και θα ενίσχυε το καθεστώς επιθεωρήσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η μετάβαση από τη διπλωματία στις αεροπορικές επιδρομές, μέσα σε λίγες ώρες, έθρεψε την αίσθηση ότι οι συνομιλίες είτε είχαν ήδη φτάσει σε αδιέξοδο είτε δεν λειτούργησαν ποτέ ως πραγματικό «φρένο» στην επιλογή της στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Στις δηλώσεις που ακολούθησαν, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, προέβαλε ως κεντρική αιτιολόγηση την «εξάλειψη απειλών» που, κατά την εκτίμησή του, πηγάζουν από την ιρανική πολιτική και τις στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης. Σε συνέντευξή του, περιέγραψε ένα φάσμα επιλογών για τη συνέχεια: από το ενδεχόμενο ταχύτερης ολοκλήρωσης της επιχείρησης μέσα σε λίγες ημέρες έως ένα σενάριο παρατεταμένης εμπλοκής, παρουσιάζοντας την έκβαση ως μεταβλητή που θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις «στο πεδίο» και από κρίσιμες πολιτικοστρατιωτικές παραμέτρους. Η ίδια τοποθέτηση άφησε να διαφανεί και μια διττή στρατηγική: αφενός στρατιωτική πίεση μεγάλης έντασης, αφετέρου διατήρηση «παραθύρου» για μια μελλοντική διπλωματική διέξοδο, εφόσον το Ιράν επανέλθει σε όρους που η Ουάσινγκτον θα θεωρεί αποδεκτούς.
Από ισραηλινής πλευράς, το πολιτικό μήνυμα κινήθηκε σε ακόμη υψηλότερους τόνους. Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, ανέφερε ότι υπάρχουν «πολλές ενδείξεις» πως ο αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ «δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή», χωρίς όμως να παρουσιάσει δημόσια τεκμηρίωση ή επίσημη, διασταυρωμένη επιβεβαίωση. Παράλληλα, διεθνή πρακτορεία μετέδωσαν ότι ανώνυμος ισραηλινός αξιωματούχος φέρεται να υποστήριξε πως ο ανώτατος ηγέτης σκοτώθηκε και ότι έχει εντοπιστεί η σορός του. Την ίδια στιγμή, ιρανικά μέσα και εκπρόσωποι της Τεχεράνης αρνήθηκαν τις ισραηλινές αναφορές, υποστηρίζοντας ότι ο αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ παραμένει ασφαλής και ότι συνεχίζει να καθοδηγεί τις εξελίξεις. Η απουσία δημόσιας εμφάνισης ή οπτικής επιβεβαίωσης, όμως, ενίσχυσε το κλίμα ασάφειας και τροφοδότησε ένα επικοινωνιακό «θρίλερ» που, ανεξαρτήτως της αλήθειας, λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής έντασης.
Η ιρανική απάντηση ήρθε γρήγορα και με γεωγραφικό εύρος που υπερέβη το διμερές πεδίο Ιράν–Ισραήλ. Ρεπορτάζ από διεθνή μέσα κατέγραψαν κύματα πυραυλικών και μη επανδρωμένων επιθέσεων εναντίον στόχων που συνδέονται με αμερικανική στρατιωτική παρουσία σε κράτη του Κόλπου, καθώς και εναντίον του Ισραήλ. Το Κατάρ βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής λόγω της βάσης Αλ-Ουντέιντ, της μεγαλύτερης αμερικανικής εγκατάστασης στην περιοχή, ενώ αναφέρθηκαν αναχαιτίσεις πάνω από τη Ντόχα και εκρήξεις στον ουρανό της πόλης. Παράλληλα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν ότι τα συστήματα αεράμυνάς τους αναχαίτισαν νέο κύμα πυραύλων, με αναφορές για πτώση θραυσμάτων και περιστατικά υλικών ζημιών. Δημοσιογραφικές μαρτυρίες έκαναν λόγο για εκρήξεις και καπνό στο Ντουμπάι, ενώ το γεγονός ότι επεισόδια αεράμυνας σημειώθηκαν πάνω από μητροπόλεις και τουριστικούς κόμβους του Κόλπου υπογράμμισε την επέκταση του κινδύνου πέρα από τα παραδοσιακά «μέτωπα».
Μέσα σε λίγες ώρες, η κρίση μεταφέρθηκε και στο επίπεδο της διεθνούς διακυβέρνησης. Συγκλήθηκε έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, με παρεμβάσεις που —σύμφωνα με τις αναφορές— κινούνται ανάμεσα σε εκκλήσεις για άμεση αποκλιμάκωση, καταδίκες της χρήσης βίας και αντιπαρατιθέμενες τοποθετήσεις για τη νομιμότητα και την αναγκαιότητα των πληγμάτων. Η δημόσια διπλωματία ενεργοποιήθηκε, όμως το βασικό χαρακτηριστικό μέχρι στιγμής είναι ότι οι στρατιωτικές κινήσεις προηγήθηκαν, ενώ οι θεσμοί ακολούθησαν, προσπαθώντας να συγκρατήσουν μια σύγκρουση που ήδη είχε περάσει σε φάση αντιποίνων.
Στην Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο, η ανησυχία αποτυπώθηκε σε αποφάσεις πολιτικής προστασίας και επιφυλακής. Η Κύπρος ενεργοποίησε το ειδικό εθνικό σχέδιο «ESTIA» για πιθανές εκκενώσεις μέσω του νησιού, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για μετακινήσεις πολιτών από ζώνες κρίσης στην ευρύτερη περιοχή. Οι κινήσεις αυτές δεν προδικάζουν κλιμάκωση προς κυπριακό έδαφος, αλλά δείχνουν ότι κράτη-κόμβοι της περιοχής προετοιμάζονται για επιχειρησιακή και ανθρωπιστική πίεση, εφόσον η σύγκρουση παραταθεί.
Το «μέχρι τώρα» της σημερινής ημέρας, όπως καταγράφεται από τα έγκυρα διεθνή μέσα, συνοψίζεται σε τρία επίπεδα: πρώτον, μια συντονισμένη επιχείρηση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ με στόχους που υπερβαίνουν την αποτροπή και αγγίζουν το κέντρο της ιρανικής κρατικής ισχύος· δεύτερον, μια ιρανική απάντηση που επιχειρεί να μεταφέρει το κόστος στα σημεία αμερικανικής παρουσίας και στις πρωτεύουσες του Κόλπου, διευρύνοντας το γεωγραφικό ρίσκο· και τρίτον, μια διεθνή κινητοποίηση που προσπαθεί να διαχειριστεί την κρίση εκ των υστέρων, καθώς οι στρατιωτικές δυναμικές τρέχουν ταχύτερα από τη διπλωματία.
Το επόμενο κρίσιμο σημείο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια των βομβαρδισμών, το εύρος των ιρανικών αντιποίνων, την κατάσταση των αμερικανικών δυνάμεων και των βάσεων στην περιοχή, καθώς και από το εάν θα υπάρξει αξιόπιστη επιβεβαίωση για την τύχη της ιρανικής ηγεσίας — εξέλιξη που μπορεί να αναδιαμορφώσει ριζικά τόσο την επιχειρησιακή εικόνα όσο και το πολιτικό αφήγημα των εμπλεκομένων.