Παρά το γεγονός ότι το διεθνές ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη σύνοδο της G7 στο Εβιάν και στις εξελίξεις γύρω από την επικείμενη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν για τον τερματισμό της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να στρέφει εκ νέου την προσοχή του στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Με το ενδεχόμενο αποκλιμάκωσης της κρίσης με το Ιράν να απελευθερώνει πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο για την Ουάσιγκτον, ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών στις προσπάθειες ειρήνευσης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας επανέρχεται δυναμικά στην ατζέντα. Μετά τη συνάντησή του με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο περιθώριο της G7, ο Αμερικανός πρόεδρος υπογράμμισε ότι «η Ρωσία πρέπει να καταλήξει σε συμφωνία», επισημαίνοντας τις τεράστιες ανθρώπινες απώλειες και των δύο πλευρών.
Ο Ζελένσκι, από την πλευρά του, επανέλαβε ότι η αμερικανική εμπλοκή παραμένει καθοριστικής σημασίας για την επίτευξη ειρήνης, αποκαλύπτοντας ότι στις πρόσφατες συνομιλίες του με τον Τραμπ συζητήθηκαν ιδέες που θα μπορούσαν να συμβάλουν σε μια διπλωματική διέξοδο.
Ωστόσο, η προοπτική μιας πιο ενεργής ανάμειξης του Τραμπ στις διαπραγματεύσεις προκαλεί ανησυχία σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι φοβούνται ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να επιχειρήσει να αναλάβει εκ νέου τον κεντρικό ρόλο στις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, υπονομεύοντας τη στρατηγική πίεσης που ακολουθεί η ΕΕ απέναντι στη Μόσχα και περιορίζοντας τη δική τους επιρροή στη διαδικασία.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμένει στη διατήρηση και ενίσχυση της στήριξης προς το Κίεβο. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν τόνισε ότι η οικονομική ενίσχυση της Ουκρανίας πρέπει να παραμείνει προτεραιότητα για τη G7, υπενθυμίζοντας ότι η ΕΕ καλύπτει ήδη το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας.
Οι διαφωνίες δεν περιορίζονται μόνο στο ζήτημα της στήριξης, αλλά επεκτείνονται και στον τρόπο διεξαγωγής των μελλοντικών διαπραγματεύσεων. Η Ευρώπη επιδιώκει μια κοινή γραμμή με τις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα ζητά να έχει ενεργό ρόλο στο τραπέζι των συνομιλιών. Αντίθετα, η αμερικανική πλευρά αφήνει να εννοηθεί ότι ο Τραμπ θεωρεί πως διαθέτει τη μοναδική πολιτική επιρροή που μπορεί να φέρει πιο κοντά τη Μόσχα και το Κίεβο.
Οι πρόσφατες τηλεφωνικές επαφές του Αμερικανού προέδρου τόσο με τον Βλαντίμιρ Πούτιν όσο και με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, καθώς και οι πληροφορίες για επικείμενες αποστολές Αμερικανών απεσταλμένων στη Μόσχα, ενισχύουν τα σενάρια περί επανενεργοποίησης της αμερικανικής διπλωματίας στο ουκρανικό μέτωπο.
Καθώς η G7 συνεχίζεται, δύο κρίσιμα ερωτήματα κυριαρχούν: πώς θα αυξηθεί η πίεση προς τη Ρωσία ώστε να διαπραγματευτεί ουσιαστικά και ποιος θα έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας ενδεχόμενης ειρηνευτικής συμφωνίας. Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα αναμένεται να καθορίσουν τις ισορροπίες μεταξύ ΗΠΑ, Ευρώπης και Ουκρανίας το επόμενο διάστημα.