Στις ρωσοκρατούμενες περιοχές του Ντονέτσκ στη νοτιοανατολική Ουκρανία, ιστορίες κυνισμού και εκμετάλλευσης αποτυπώνουν το σκοτεινό πρόσωπο της κατοχής. Σύμφωνα με μαρτυρίες, Ρώσος αξιωματικός φέρεται να αντιμετώπισε με ασυνήθιστη επιείκεια έναν νεοσύλλεκτο στρατιώτη, επιτρέποντάς του να παραμείνει για ημέρες στην πόλη του Ντονέτσκ και συστήνοντάς του μια «καλή γυναίκα».
Ο στρατιώτης, εξαντλημένος από τον πόλεμο, πείθεται να παντρευτεί μέσα σε λίγες ημέρες. Λίγο μετά, επιστρέφει στη μονάδα του και στέλνεται σε αποστολή από την οποία δεν γυρίζει ποτέ. Η χήρα εισπράττει την αποζημίωση θανάτου – από 5 έως 10 εκατ. ρούβλια – την οποία, σύμφωνα με τις καταγγελίες, μοιράζεται με τον αξιωματικό, που έχει ήδη βρει τον επόμενο «γαμπρό».
Κάτοικος της περιοχής περιέγραψε το φαινόμενο ως «κανονική επιχείρηση», μια πρακτική που έχει καταγραφεί και από ουκρανικά αλλά και ρωσικά μέσα ενημέρωσης του εξωτερικού. Η μαρτυρία δόθηκε ανώνυμα, καθώς οποιαδήποτε επαφή με ξένα μέσα ενέχει κίνδυνο αντιποίνων.
Το συγκεκριμένο περιστατικό είναι μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα της παραοικονομίας που ανθεί στις κατεχόμενες περιοχές του Ντονμπάς. Η παρουσία δεκάδων χιλιάδων Ρώσων στρατιωτών έχει δημιουργήσει πρόσφορο έδαφος για παράνομα κέρδη: από εμπόριο εξοπλισμού και ναρκωτικών μέχρι υπόγεια πορνεία, καζίνα και μαύρη αγορά όπλων – από πιστόλια έως εκτοξευτές χειροβομβίδων. Πολλά δικαστικά έγγραφα στη Ρωσία κάνουν λόγο για οργανωμένα κυκλώματα, συχνά με εμπλοκή Τσετσένων στρατιωτών.
Η κατάσταση αυτή έχει τις ρίζες της στο 2014, όταν φιλορωσικοί αυτονομιστές δημιούργησαν τις λεγόμενες «Λαϊκές Δημοκρατίες» σε Ντονέτσκ και Λουχάνσκ, τις οποίες η Μόσχα προσάρτησε επισήμως το 2022, χωρίς όμως να ελέγχει πλήρως τα εδάφη τους. Παρά την προσάρτηση, διατηρούνται προσχήματα «ανεξαρτησίας», όπως τοπικές κυβερνήσεις και τελωνεία.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η Ρωσία μετατρέπει την περιοχή σε μια στρατιωτικοποιημένη ζώνη-προγεφύρωμα εκτός ρωσικού εδάφους, με οικονομία πλήρως προσανατολισμένη στον πόλεμο. Την ίδια ώρα, η διαφθορά έχει εκτοξευθεί. Δισεκατομμύρια δολάρια έχουν διοχετευθεί σε έργα ανοικοδόμησης, ενώ ολόκληρες πόλεις όπως η Μαριούπολη, το Μπαχμούτ και η Αβντιίβκα έχουν ισοπεδωθεί. Πολλά εργοστάσια θεωρούνται πλέον αδύνατο να αποκατασταθούν, με τις τοπικές αρχές να μιλούν ακόμη και για μετατροπή βιομηχανικών ζωνών σε τουριστικά θέρετρα.
Οι κάτοικοι, ωστόσο, βιώνουν μια διαφορετική πραγματικότητα: δραματικές ελλείψεις νερού, χρήση βρόχινου ή λιωμένου χιονιού για πόση και πλήρη κατάρρευση βασικών υποδομών. Ακόμη και έργα όπως αγωγοί ύδρευσης μπλοκάρονται, καθώς – όπως παραδέχθηκαν Ρώσοι αξιωματούχοι – όσοι ενεπλάκησαν σε προηγούμενα έργα βρίσκονται πλέον στη φυλακή.
Παράλληλα, η Μόσχα, αδυνατώντας να καλύψει το κόστος, έχει αναγκάσει δεκάδες ρωσικές περιφέρειες να «υιοθετήσουν» κατεχόμενες ουκρανικές πόλεις, χρηματοδοτώντας σχολεία, νοσοκομεία και κατοικίες, συχνά εις βάρος των ίδιων των τοπικών τους αναγκών.
Τέλος, ειδικοί προειδοποιούν για ανεπανόρθωτες περιβαλλοντικές συνέπειες. Η ανεξέλεγκτη εξόρυξη άνθρακα και σπάνιων ορυκτών έχει ήδη προκαλέσει εξαφάνιση υδάτινων σωμάτων, ρύπανση υπόγειων νερών και σοβαρές γεωλογικές αλλοιώσεις. Όπως επισημαίνουν, οι ζημιές αυτές δεν θα αποκατασταθούν ούτε σε έναν αιώνα, αφήνοντας το Ντονμπάς με πληγές που δύσκολα θα επουλωθούν.