Στον «μεγάλο ασθενή» της Ευρωζώνης μετατρέπεται η Γαλλία, καθώς η πολιτική αβεβαιότητα και η εκτόξευση του δημοσίου χρέους κλονίζουν την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών. Όπως επισημαίνει σε δημοσίευμά του το Bloomberg, η πάγια πεποίθηση των επενδυτών ότι το Παρίσι μπορεί να διαχειρίζεται σταθερά τις οικονομικές του προκλήσεις αποτελεί πλέον παρελθόν.
Η συνεχιζόμενη πίεση στις αγορές ομολόγων πλήττει τη γαλλική οικονομία ταχύτερα από το αναμενόμενο. Η αστοχία στον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος —το οποίο αποκλίνει από τον στόχο του 5%— σε συνδυασμό με το κατακερματισμένο κοινοβούλιο, τροφοδοτεί έντονες ανησυχίες.
Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου έχει ξεπεράσει το 4,9%, καταγράφοντας τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών, ενώ το ασφάλιστρο κινδύνου (spread) έναντι των γερμανικών τίτλων διευρύνεται σταθερά. Την ίδια στιγμή, οι γαλλικές μετοχές υποαποδίδουν, με τους διαχειριστές κεφαλαίων να κατατάσσουν τη γαλλική αγορά στις λιγότερο ελκυστικές για το επόμενο 12μηνο.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να περάσει από τη Βουλή έναν αυστηρό προϋπολογισμό με δραστικές περικοπούλες δαπανών, όμως η έγκρισή του παραμένει αβέβαιη. Παράλληλα, το πολιτικό τοπίο παραμένει έκρυθμο, με φόντο τις προεδρικές εκλογές, όπου οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ισχυρή δυναμική για τη Μαρίν Λεπέν και τον Ζαν-Λικ Μελανσόν.
Το ζήτημα του χρέους, που προσεγγίζει πλέον το 120% του ΑΕΠ, έχει περάσει στην κορυφή της ατζέντας, με το κόστος εξυπηρέτησής του να ξεπερνά τις δαπάνες για την παιδεία και την άμυνα.
Παράλληλα, κοινωνικές εντάσεις και διαδηλώσεις επιβαρύνουν το εσωτερικό κλίμα. Αναλυτές προειδοποιούν ότι εάν η δημοσιονομική κρίση στη Γαλλία δεν συγκρατηθεί, οι αναταράξεις ενδέχεται να διαχυθούν σε ολόκληρη την Ευρωζώνη, επηρεάζοντας την ισοτιμία του ευρώ και τη συνολική οικονομική σταθερότητα της περιοχής.