Κατά τη δεύτερη προεδρική του θητεία, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εντείνει την αμφισβήτηση των βασικών πυλώνων της διεθνούς τάξης που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανοιχτή περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου, η επιβολή μονομερών δασμών σε δεκάδες χώρες και η αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από κρίσιμους πολυμερείς θεσμούς και συμφωνίες συνθέτουν μια στρατηγική που αποδομεί το σύστημα της παγκόσμιας συνεργασίας, αναφέρει σε δημοσίευμα του το Foreign Policy.
Οι ΗΠΑ, βέβαια, δεν υπήρξαν ποτέ αψεγάδιαστος υπέρμαχος της πολυμέρειας. Στα πρώτα χρόνια της ανόδου τους επέλεξαν τον απομονωτισμό, ενώ ως υπερδύναμη συχνά προέταξαν τον μονομερή τρόπο δράσης. Ωστόσο, η πολιτική Τραμπ συνιστά μια πιο επικίνδυνη σύνθεση: απομάκρυνση από τη διεθνή συνεργασία, συνδυασμένη με εμμονή στην ωμή επίδειξη ισχύος και στην επιβολή όρων μέσω διμερών, συναλλακτικών σχέσεων. Αυτή η λογική δεν περιορίζεται στο πρόσωπο του προέδρου, αλλά αντανακλά ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά ρεύματα στις ΗΠΑ, γεγονός που καθιστά πιθανό το ενδεχόμενο επιβίωσής της και μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.
Αν και αναλυτές εδώ και χρόνια μιλούν για το τέλος της «μονοπολικής στιγμής» των ΗΠΑ και την ανάδυση ενός πολυπολικού κόσμου, η πραγματικότητα που διαμορφώνεται είναι πιο σύνθετη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η ισχυρότερη στρατιωτική και οικονομική δύναμη διεθνώς, όμως επιλέγουν να απέχουν –ή ακόμη και να αντιπαρατίθενται– στους κανόνες και τους θεσμούς που οι ίδιες συνέβαλαν στη δημιουργία τους. Το αποτέλεσμα δεν είναι ένας κλασικός πολυπολικός κόσμος, αλλά ένα διεθνές σύστημα που λειτουργεί «χωρίς τον έναν», έναν κόσμο δηλαδή όπου η μεγαλύτερη δύναμη απουσιάζει ή δρα υπονομευτικά.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς μπορεί να ανταποκριθεί η διεθνής κοινότητα σε αυτή τη συνθήκη. Η διατήρηση της παγκόσμιας συνεργασίας χωρίς την ηγετική συμμετοχή της Ουάσινγκτον είναι δύσκολη, όχι όμως αδύνατη. Η ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι οι θεσμοί έχουν αντοχή στον χρόνο. Δεν επιβιώνουν χάρη σε ιδεαλιστικές αρχές, αλλά επειδή εξυπηρετούν απτά συμφέροντα των κρατών-μελών τους. Όσο αυτά τα συμφέροντα παραμένουν, η συνεργασία συνεχίζεται, ακόμη και όταν ένας ηγεμόνας αποσύρεται ή εναντιώνεται.
Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, η Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Παρά τη μη συμμετοχή ή την ανοιχτή εχθρότητα των ΗΠΑ, οι θεσμοί αυτοί εξακολουθούν να λειτουργούν, να παράγουν κανόνες και να επηρεάζουν τη διεθνή συμπεριφορά των κρατών. Ακόμη και όταν η Ουάσινγκτον αποχωρεί, άλλες δυνάμεις αναλαμβάνουν ρόλο, έστω και με περιορισμούς.
Την ίδια στιγμή, ανερχόμενες χώρες και πολυμερή σχήματα αξιοποιούν το κενό ηγεσίας. Οι BRICS, η G20, ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης και η ASEAN λειτουργούν ως πλατφόρμες συντονισμού απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις, είτε αυτές εκφράζονται μέσω δασμών είτε μέσω πολιτικών απειλών. Σε περιφερειακό επίπεδο, ενισχύονται επίσης μορφές συνεργασίας, όπως οι αφρικανικές ειρηνευτικές αποστολές ή οι ασιατικές εμπορικές συμφωνίες, που βασίζονται λιγότερο στην αμερικανική συμμετοχή.
Κομβικός αναδεικνύεται ο ρόλος της Κίνας, η οποία επιχειρεί να αυξήσει την επιρροή της χωρίς –τουλάχιστον προς το παρόν– να εμφανιστεί ως ανοιχτός αντικαταστάτης των ΗΠΑ. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να καλύψει μέρος του κενού μέσω επενδυτικών και εμπορικών πρωτοβουλιών, ενώ χώρες όπως η Ινδία επιδιώκουν στρατηγική αυτονομία, αποφεύγοντας την πλήρη ευθυγράμμιση με οποιαδήποτε υπερδύναμη.
Ακόμη και αν στο μέλλον η Ουάσινγκτον επιχειρήσει να επανενταχθεί ενεργά στο πολυμερές σύστημα, η επιστροφή αυτή δεν θα είναι απλή. Η ζημιά στην αξιοπιστία των ΗΠΑ είναι βαθιά και η διεθνής κοινότητα δύσκολα θα ξεχάσει την περίοδο αποστασιοποίησης και συγκρούσεων. Το πιθανότερο είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παραμείνουν ένας αναγκαίος παίκτης, αλλά όχι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης.
Το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει να είναι ένας πιο κατακερματισμένος, «πολυπλεκτικός» κόσμος, όπου η ισχύς, η επιρροή και η λήψη αποφάσεων κατανέμονται σε περισσότερους δρώντες. Σε αυτό το νέο τοπίο, η διεθνής τάξη θα συνεχίσει να εξελίσσεται όχι γύρω από μία υπερδύναμη, αλλά μέσα από ένα σύνθετο πλέγμα συνεργασιών, ανταγωνισμών και ισορροπιών.