Politico: Στόχος του Τραμπ η αποσύνδεση των ΗΠΑ από την ευρωπαϊκή άμυνα - Το παράδειγμα των Tomahawk

 
trump nato

Πηγή Φωτογραφίας: ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ

Ενημερώθηκε: 14/06/26 - 17:46

Η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να μην προχωρήσουν στην πώληση πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς Τόμαχοκ στη Γερμανία αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων και για τον ρόλο της Ουάσιγκτον στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις που διατυπώνονται σε κύκλους της αμυντικής και στρατηγικής κοινότητας, η αμερικανική στάση υποδηλώνει μια σταδιακή απομάκρυνση από τη λογική της στενής στρατιωτικής διασύνδεσης με την Ευρώπη. Η απόφαση για τους Τόμαχοκ ακολούθησε μια σειρά κινήσεων που ερμηνεύονται ως περιορισμός της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γηραιά Ήπειρο.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αποχώρηση χιλιάδων Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία, η ακύρωση της προγραμματισμένης ανάπτυξης αμερικανικών πυραυλικών μονάδων στην Ευρώπη και η μείωση των σχεδιαζόμενων συνεισφορών σε στρατηγικά μέσα, όπως βομβαρδιστικά αεροσκάφη, μαχητικά, αντιτορπιλικά και υποβρύχια.

Αν και το Πεντάγωνο υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις αυτές εντάσσονται σε μια ευρύτερη αναδιάρθρωση των αμυντικών υποχρεώσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαίων συμμάχων, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η ακύρωση της πώλησης των Τόμαχοκ αποκαλύπτει μια βαθύτερη μεταβολή. Κατά την άποψή τους, η Ουάσιγκτον όχι μόνο αποφεύγει να αναπτύσσει η ίδια συγκεκριμένα συστήματα κρούσης στην Ευρώπη, αλλά εμφανίζεται απρόθυμη ακόμη και να επιτρέψει στους Ευρωπαίους συμμάχους της να αποκτήσουν αντίστοιχες δυνατότητες.

Η συζήτηση για την αποσύνδεση της αμερικανικής από την ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν είναι καινούργια. Ανάλογοι προβληματισμοί είχαν αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όταν η Σοβιετική Ένωση απέκτησε τη δυνατότητα να πλήξει απευθείας αμερικανικό έδαφος και αργότερα, τη δεκαετία του 1970, με την ανάπτυξη των πυραύλων SS-20 που στόχευαν ευρωπαϊκές χώρες.

Η απάντηση του ΝΑΤΟ τότε ήταν η ανάπτυξη πυρηνικών πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς στην Ευρώπη, γεγονός που οδήγησε τελικά στην υπογραφή της Συνθήκης για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μεσαίου Βεληνεκούς (INF) το 1987. Η συμφωνία παρέμεινε σε ισχύ για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, μέχρι την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών το 2019, με την Ουάσιγκτον να κατηγορεί τη Ρωσία για παραβίαση των όρων της.

Μετά τη λήξη της συνθήκης, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ υποστήριξαν την ανάγκη ανάπτυξης νέων συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς ως μέσου αποτροπής απέναντι στη Ρωσία. Η προοπτική απόκτησης πυραύλων Τόμαχοκ από τη Γερμανία θεωρούνταν από πολλούς ως μια προσωρινή λύση έως ότου η Ευρώπη αποκτήσει δικές της αντίστοιχες δυνατότητες.

Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά προγράμματα ανάπτυξης πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, γεγονός που, σύμφωνα με αναλυτές, δημιουργεί ένα επιχειρησιακό κενό στις δυνατότητες αποτροπής του ΝΑΤΟ.

Παράλληλα, η χρονική συγκυρία της αμερικανικής απόφασης έχει προκαλέσει συζητήσεις. Το τελευταίο διάστημα, Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα καλέσει τους Ευρωπαίους συμμάχους να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την άμυνά τους και να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Ωστόσο, η άρνηση πώλησης προηγμένων οπλικών συστημάτων σε ευρωπαϊκές χώρες δημιουργεί ερωτήματα για τα όρια αυτής της στρατηγικής.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται πλέον η έννοια της «αποσύνδεσης» μεταξύ αμερικανικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας. Στη θεωρία των διεθνών σχέσεων, τα κράτη ανησυχούν είτε για το ενδεχόμενο εγκατάλειψης από έναν σύμμαχο είτε για τον κίνδυνο να παρασυρθούν σε μια σύγκρουση που δεν επιθυμούν. Σήμερα, οι δύο αυτοί φόβοι φαίνεται να συνυπάρχουν και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η Ευρώπη επιταχύνει πλέον τις προσπάθειες στρατηγικής αυτονόμησής της, επενδύοντας σε νέα οπλικά συστήματα και αυξάνοντας τις αμυντικές της δαπάνες. Από την άλλη πλευρά, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται ολοένα και πιο επιφυλακτική απέναντι στο ενδεχόμενο να εμπλακεί αυτόματα σε μια μελλοντική αντιπαράθεση μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας.

Όπως επισημαίνουν ειδικοί σε θέματα ασφάλειας, η αποσύνδεση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η Ευρώπη θα μείνει χωρίς άμυνα. Σημαίνει, όμως, ότι η ασφάλεια των δύο πλευρών ενδέχεται να μην αντιμετωπίζεται πλέον ως απολύτως κοινή υπόθεση, όπως συνέβαινε τις τελευταίες οκτώ δεκαετίες. Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί, ενδέχεται να σηματοδοτήσει μια από τις σημαντικότερες μεταβολές στη δομή του ΝΑΤΟ από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Πηγή: Politico - Defense decoupling is no longer just a European fear — it’s Trump’s policy

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ