Η Ουάσινγκτον προσανατολίζεται στην αναβίωση του μοντέλου του «Πολέμου των Δεξαμενόπλοιων» προκειμένου να θωρακίσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υιοθετεί ήδη μια επιθετική ρητορική, δίνοντας εντολή στον στρατό να εξουδετερώνει ιρανικά ταχύπλοα που παρενοχλούν εμπορικά πλοία, θυμίζοντας την επιχείρηση «Earnest Will» της δεκαετίας του 1980.
Ωστόσο, η εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου σήμερα παρουσιάζει πρωτοφανείς δυσκολίες, καθώς η στρατιωτική τεχνολογία έχει εξελιχθεί σημαντικά και οι ασύμμετρες απειλές καθιστούν τις παραδοσιακές ναυτικές συνοδείες πολύ πιο ευάλωτες σε επιθέσεις από drones και πυραύλους ακριβείας.
Παρά τον ναυτικό αποκλεισμό που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ, οι Φρουροί της Επανάστασης αποδεικνύουν ότι μπορούν να προκαλέσουν διεθνή αναστάτωση χρησιμοποιώντας μικρά, ευέλικτα σκάφη που συχνά μοιάζουν με αλιευτικά, αλλά φέρουν βαρύ οπλισμό. Αυτές οι τακτικές επιτρέπουν στο Ιράν να καταλαμβάνει τεράστια πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων με ελάχιστους πόρους, δημιουργώντας ένα κλίμα φόβου που παγώνει το παγκόσμιο εμπόριο.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η δημιουργία μιας απόλυτης ζώνης ασφαλείας είναι πλέον εξαιρετικά απαιτητική, καθώς ακόμα και μία μεμονωμένη επιτυχημένη επίθεση αρκεί για να κλονίσει την εμπιστοσύνη των ναυτιλιακών εταιρειών.
Επιπλέον, η σημερινή σύγκρουση διαφέρει από εκείνη του παρελθόντος λόγω των ασαφών στόχων της αμερικανικής πλευράς, οι οποίοι πλέον εκτείνονται από την ελευθερία της ναυσιπλοΐας μέχρι τη γενικότερη αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη. Η απώλεια της ουδετερότητας των ΗΠΑ, που πλέον αποτελούν άμεσα εμπλεκόμενο μέρος στη σύρραξη, καθιστά τις διεθνείς εταιρείες διστακτικές ως προς την αμερικανική προστασία.
Η πρόσφατη τοποθέτηση του Λευκού Οίκου ότι η εκεχειρία δεν διακυβεύεται όσο δεν πλήττονται αμερικανικά ή ισραηλινά πλοία, υποδηλώνει μια ιστορική μετατόπιση από την παραδοσιακή δέσμευση για καθολική προστασία των θαλάσσιων οδών, εστιάζοντας πλέον αποκλειστικά σε στενά εθνικά συμφέροντα.