Σκηνές πανικού εκτυλίχθηκαν το μεσημέρι της Δευτέρας στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, όταν ένοπλος άνοιξε πυρ εναντίον διερχόμενων οχημάτων σε κεντρικό δρόμο, τραυματίζοντας συνολικά 11 ανθρώπους, εκ των οποίων οι δύο νοσηλεύονται σε σοβαρή κατάσταση.
Σύμφωνα με αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, δράστης είναι ο 46χρονος Τάιλερ Μπράουν από τη Βοστώνη, ο οποίος εμφανίζεται σε βίντεο να πυροβολεί αδιακρίτως στη Memorial Drive, στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης.
Οι αρχές εκτιμούν ότι ο ένοπλος πυροβόλησε περίπου 50 έως 60 φορές, ενώ τουλάχιστον 12 οχήματα δέχθηκαν σφαίρες κατά τη διάρκεια της επίθεσης.
Η αιματηρή επίθεση τερματίστηκε όταν αστυνομικός της Πολιτειακής Αστυνομίας και πολίτης – βετεράνος των Πεζοναυτών με άδεια οπλοφορίας – άνοιξαν πυρ εναντίον του δράστη, τραυματίζοντάς τον.
Στη συνέχεια, οι ίδιοι φέρονται να του παρείχαν πρώτες βοήθειες μέχρι να φτάσουν οι διασώστες.
Ο Μπράουν νοσηλεύεται πλέον φρουρούμενος σε μονάδα εντατικής θεραπείας νοσοκομείου της Βοστώνης, ενώ βρίσκεται υπό κράτηση.
Η εισαγγελέας της περιφέρειας Μίντλεσεξ, Μαριάν Ράιαν, δήλωσε ότι τόσο ο αστυνομικός όσο και ο πολίτης πυροβόλησαν τον δράστη, ο οποίος τραυματίστηκε πολλαπλές φορές στα άκρα.
Σύμφωνα με τις αρχές, ακόμη και το περιπολικό του αστυνομικού δέχθηκε πυρά κατά τη διάρκεια του περιστατικού.
Σε βάρος του 46χρονου έχουν ήδη απαγγελθεί βαριές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων και ένοπλη επίθεση με πρόθεση ανθρωποκτονίας.
Η εισαγγελέας περιέγραψε το περιστατικό ως εξαιρετικά τραυματικό για όσους βρίσκονταν στην περιοχή, σημειώνοντας ότι στο σημείο υπήρχαν πεζοί, οικογένειες με καροτσάκια, ποδηλάτες και πολίτες που κινούνταν κατά μήκος του ποταμού.
Όπως τόνισε, η ταχύτατη αντίδραση του αστυνομικού και του πολίτη απέτρεψε ακόμη μεγαλύτερη τραγωδία.
Ο Τάιλερ Μπράουν ήταν ήδη γνωστός στις αμερικανικές αρχές από παλαιότερες υποθέσεις βίας και οπλοχρησίας.
Το 2014 είχε καταδικαστεί για επίθεση και ξυλοδαρμό με επικίνδυνο όπλο, καθώς και για εκφοβισμό μαρτύρων.
Το 2020 είχε κατηγορηθεί και για απόπειρα δολοφονίας αστυνομικών της Βοστώνης, υπόθεση για την οποία καταδικάστηκε αργότερα σε ποινή κάθειρξης πέντε έως έξι ετών, μετέπειτα αναστολή και επιτήρηση.