Πώς Ουάσιγκτον και Τεχεράνη μετατρέπουν συμμαχίες και διεθνή στενά σε τιμολογημένα περιουσιακά στοιχεία

 
ιραν

Ενημερώθηκε: 02/07/26 - 18:07

Η απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να επιβάλει κυρώσεις στην ιρανική «Αρχή των Στενών του Περσικού Κόλπου» –τον φορέα που ίδρυσε η Τεχεράνη για να εισπράττει διόδια έως και δύο εκατομμυρίων δολαρίων σε κρυπτονομίσματα ή γουάν από τα διερχόμενα πλοία– αποκαλύπτει μια βαθύτερη δομική αλλαγή στην παγκόσμια σκηνή.

Η συνήθης ανάλυση θέλει το Ιράν να εργαλειοποιεί ένα στρατηγικό πέρασμα και τις ΗΠΑ να το τιμωρούν. Όμως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο ανησυχητική: οι δύο χώρες, αν και ορκισμένοι εχθροί, ακολουθούν την ίδια ακριβώς λογική, μετατρέποντας κάθε διεθνή δέσμευση, νόμο ή έδαφος σε ένα προϊόν προς τιμολόγηση και πώληση.

Ενώ το Ιράν βάζει αντίτιμο στα στενά που ελέγχει φυσικά, η Ουάσιγκτον επανατιμολογεί τις συμμαχίες που κληρονόμησε. Ακόμα και η πρόσφατη 60ήμερη ανακωχή που υπογράφηκε, η οποία προέβλεπε την προσωρινή αναστολή των διοδίων και την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού, δεν έλυσε τίποτα. Το Ιράν απλώς μετονόμασε το χαράτσι σε «τέλος πλοήγησης και ασφάλειας», κρατώντας τον μηχανισμό ζωντανό.

Η έννοια του διοδίου επιβίωσε του πολέμου επειδή αποδείχθηκε μια εξαιρετική πηγή εσόδων, με την Τεχεράνη να υπόσχεται ήδη στους γείτονές της μερίδιο από έναν «κουμπαρά» 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, στα πρότυπα των δικαιωμάτων της Τουρκίας στο Βόσπορο.

Από εγγυητές... ιδιοκτήτες: Η νέα αμερικανική θεωρία

Αυτή η στροφή προς την καθαρή εμπορευματοποίηση της εξωτερικής πολιτικής δεν αποτελεί μια παροδική τακτική, αλλά επίσημο αμερικανικό δόγμα. Στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ, ο όρος «διαμοιρασμός βαρών» αντικαταστάθηκε από τη «μετατόπιση βαρών», καταργώντας την παραδοσιακή ανταλλαγή αμερικανικής προστασίας με πολιτική υποστήριξη.

Καθώς η αμερικανική ενεργειακή παραγωγή αυξάνεται, η Μέση Ανατολή παύει να αντιμετωπίζεται ως ζώνη ασφαλείας και αντιμετωπίζεται πλέον ως πεδίο επενδύσεων. Οι σύμμαχοι δεν θεωρούνται πια εταίροι, αλλά ενοικιαστές.

Το φαινόμενο αυτό είναι ήδη ορατό στην Ασία, όπου η Ουάσιγκτον πίεσε το Τόκιο και τη Σεούλ να πληρώσουν το πλήρες κόστος της παραμονής των αμερικανικών στρατευμάτων, προσθέτοντας μάλιστα και ένα «καπέλο» 50% ως καθαρό κέρδος. Όπως σχολίασε χαρακτηριστικά υπουργός της Σιγκαπούρης, οι ΗΠΑ μετατράπηκαν από απελευθερωτή σε έναν σπιτονοικοκύρη που εισπράττει ενοίκια.

Με την ίδια λογική, ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε την Ευρώπη με δασμούς αν δεν ανάγκαζε τη Δανία να πουλήσει τη Γροιλανδία –αντιμετωπίζοντας το νησί ως μερική εξόφληση ενός παλιού χρέους για τις δεκαετίες αμερικανικής προστασίας– ενώ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιβάλουν οι ίδιες οι ΗΠΑ διόδια στο Ορμούζ, στέλνοντας αναδρομικό λογαριασμό στην περιοχή ως ο πρώην «Φύλακας Άγγελος» της.

Η ανίσχυρη και εκτεθειμένη Ευρώπη

Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Ευρώπη παραμένει ο πιο αδύναμος κρίκος, επειδή διαθέτει τεράστια οικονομική και διπλωματική ισχύ, αλλά στερείται ενός κεντρικού διαχειριστή που θα μπορούσε να την αξιοποιήσει γρήγορα. Παρά τις δεσμεύσεις για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ, η ΕΕ αποκτά πόρους χωρίς την πολιτική ισχύ να τους κατευθύνει.

Η πιο τρανή απόδειξη δόθηκε στις Βερσαλλίες: την ώρα που Ουάσιγκτον και Τεχεράνη μοίραζαν την πίτα του Ορμούζ, η Γαλλία προσφέρθηκε εθελοντικά και δωρεάν να στείλει το αεροπλανοφόρο της για να βοηθήσει στο άνοιγμα των στενών, κάνοντας τη βαριά δουλειά για ένα deal που κλείστηκε πάνω από το κεφάλι της.

Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον δεν διστάζει να ισοπεδώνει κάθε προσπάθεια των συμμάχων της να αποκτήσουν δικά τους έσοδα. Όταν το Ομάν προσπάθησε να διεκδικήσει δικαιώματα στα νερά του, απειλήθηκε με οικονομική καταστροφή, καθώς η τιμολόγηση των στενών έπρεπε να παραμείνει αμερικανικό μονοπώλιο.

Αντίστοιχα, η προσπάθεια της Ευρώπης να φορολογήσει τις αμερικανικές ψηφιακές υπηρεσίες αντιμετωπίστηκε αμέσως με την απειλή δασμών 100% στα ευρωπαϊκά προϊόντα, ακυρώνοντας στην πράξη την εμπορική συμφωνία που είχε υπογραφεί μόλις λίγες εβδομάδες πριν.

Στο διεθνές προσκήνιο συγκρούονται πλέον δύο διαφορετικές «γλώσσες». Η μία, την οποία χρησιμοποίησε ο Γερμανός καγκελάριος στο Μόναχο, μιλά ακόμα για υποχρεώσεις, δεσμεύσεις και εγγυήσεις, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι ο παλιός κόσμος έχει πεθάνει.

Η δεύτερη, που έχει επικρατήσει στην πράξη, αναγνωρίζει μόνο τιμές, κόστη και θέσεις στην αγορά. Είναι η γλώσσα με την οποία η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων οδηγείται σήμερα στην οριστική της διάλυση.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ