Σε κατάσταση συναγερμού βρίσκονται οι δυτικές υπηρεσίες ασφαλείας, καθώς πληθαίνουν οι πληροφορίες που θέλουν την Τεχεράνη να προετοιμάζει τρομοκρατικά χτυπήματα σε αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς στόχους.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα των The Telegraph και New York Times, οι μυστικές υπηρεσίες έχουν καταγράψει έντονη κινητικότητα σε ηλεκτρονικές επικοινωνίες τρομοκρατικών δικτύων, γεγονός που υποδηλώνει έναν κεντρικό συντονισμό για ενδεχόμενη απάντηση σε περίπτωση στρατιωτικής δράσης του Ντόναλντ Τραμπ.
Οι προειδοποιήσεις αυτές έρχονται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή, μόλις λίγα 24ωρα πριν από την προγραμματισμένη έναρξη του νέου γύρου πυρηνικών συνομιλιών στη Γενεύη, την προσεχή Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου.
Η ανησυχία των αναλυτών επεκτείνεται και στην Ευρώπη, η οποία δεν θεωρείται πλέον ασφαλής ζώνη αλλά ενεργό κομμάτι της γεωπολιτικής «σκακιέρας» του Ιράν. Ο πρώην επικεφαλής αντιτρομοκρατίας της Μοσάντ, Οντέντ Αϊλάμ, επισημαίνει ότι η Ισλαμική Δημοκρατία διαθέτει ήδη επιχειρησιακούς πυρήνες σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και το Βέλγιο, ενώ υπενθυμίζει την καταδίκη Ιρανού διπλωμάτη το 2018 για σχέδιο βομβιστικής επίθεσης στο Παρίσι.
Παράλληλα, υπογραμμίζει τον τεχνικό κίνδυνο από τα πυραυλικά συστήματα Khorramshahr και Shahab-3, τα οποία με βεληνεκές 2.000 χιλιομέτρων μπορούν θεωρητικά να πλήξουν περιοχές της νοτιοανατολικής και κεντρικής Ευρώπης από το δυτικό Ιράν.
Στο επιχειρησιακό πεδίο, ο ρόλος των πληρεξουσίων του Ιράν κρίνεται καθοριστικός. Υπάρχουν έντονοι φόβοι ότι οι αντάρτες Χούθι της Υεμένης θα μπορούσαν να κλιμακώσουν τις επιθέσεις τους κατά δυτικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα, μετατρέποντας τον θαλάσσιο αποκλεισμό σε εργαλείο άμεσων αντιποίνων. Την ίδια στιγμή, η βρετανική MI5 αναφέρει ότι έχει εξουδετερώσει περισσότερες από 20 θανατηφόρες συνωμοσίες με ιρανική υποστήριξη μέσα σε έναν χρόνο, με στόχους που κυμαίνονται από διπλωματικές αποστολές έως δημοσιογράφους της ιρανικής αντιπολίτευσης στο Λονδίνο.
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη μέσω του υφυπουργού Εξωτερικών Καζέμ Γαριμπαμπαντί προειδοποιεί από το βήμα της Γενεύης ότι οποιαδήποτε επίθεση εναντίον της θα προκαλέσει μια κλιμάκωση που δεν θα περιοριστεί εντός των συνόρων μιας μόνο χώρας. Η ρητορική αυτή, σε συνδυασμό με τα ιστορικά δεδομένα επιθέσεων σε ευρωπαϊκό έδαφος, διαμορφώνει ένα σκηνικό αυξημένης έντασης, όπου η διπλωματία της Πέμπτης φαίνεται να αποτελεί τη μοναδική δικλείδα ασφαλείας πριν από μια γενικευμένη σύρραξη με απρόβλεπτες συνέπειες για τη διεθνή ασφάλεια.