Σε φάση προσωρινής αποσυμπίεσης αλλά και έντονης αβεβαιότητας εισέρχεται η κρίση στη Μέση Ανατολή, καθώς η νυχτερινή συμφωνία ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν φέρνει κατάπαυση του πυρός στα μέτωπα του Λιβάνου, αφήνοντας ωστόσο άλυτα τα βασικότερα γεωπολιτικά αγκάθια της περιοχής.
Αν και το ακριβές περιεχόμενο του συμβιβασμού δεν δόθηκε στη δημοσιότητα, η Τεχεράνη και το Ισλαμαμπάντ, το οποίο λειτούργησε ως ο βασικός διαμεσολαβητής, επιβεβαίωσαν ότι το προσύμφωνο προβλέπει τον τερματισμό των συγκρούσεων σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα.
Παρά τη θετική αυτή εξέλιξη, οι επίσημες αρχές του Λιβάνου κρατήθηκαν πλήρως στο σκοτάδι και δεν ενημερώθηκαν για τους όρους της συμφωνίας. Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος του λιβανέζικου κοινοβουλίου, Ναμπίχ Μπέρι, έσπευσε να δηλώσει ότι το κείμενο περιλαμβάνει δεσμευτική ρήτρα για τον τερματισμό της ισραηλινής επιθετικότητας, ενώ ο Ιρανός Υπουργός Εξωτερικών αξίωσε από την Ουάσιγκτον να εγγυηθεί τη συμμόρφωση του Τελ Αβίβ.
Στο πεδίο των επιχειρήσεων, η Χεζμπολάχ, αφού εξέφρασε τις ευχαριστίες της προς το Ιράν, σταμάτησε τις επιθέσεις της, με το Ισραήλ να προχωρά επίσης σε αναστολή των αεροπορικών του πληγμάτων στον νότιο Λίβανο.
Παρά τη σιγή των όπλων, οι αναλυτές εμφανίζονται εξαιρετικά σκεπτικοί, καθώς η συμφωνία δεν περιέχει καμία απολύτως αναφορά σε αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων.
Ο Ισραηλινός Υπουργός Άμυνας, Ισραέλ Κατς, ξεκαθάρισε αμέσως ότι η χώρα του θα διατηρήσει επ’ αόριστον τις δυνάμεις της στο λιβανικό έδαφος, όπως πράττει ήδη στη Συρία και τη Γάζα. Πολιτικοί αναλυτές, όπως ο καθηγητής Καρίμ Μπιτάρ, εκτιμούν ότι το Ισραήλ δεν θεωρεί τον εαυτό του συμβαλλόμενο μέρος σε αυτή την αμερικανοϊρανική διευθέτηση, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη την αποχώρησή του.
Δυτικές στρατιωτικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι ο ισραηλινός στρατός έχει πραγματοποιήσει τη μεγαλύτερη εισβολή του από το 2000, έχοντας αναπτύξει δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες που έχουν διεισδύσει βαθιά στον Νότο, ξεπερνώντας σε ορισμένα σημεία ακόμη και τον στρατηγικής σημασίας ποταμό Λιτάνι.
Την ίδια στιγμή, η Χεζμπολάχ διατηρεί ισχυρή παρουσία στις κατεχόμενες αυτές ζώνες, έχοντας στείλει σημαντικές ενισχύσεις νότια του Λιτάνι, παραβιάζοντας προηγούμενες συμφωνίες αποδέσμευσης.
Το μέλλον των όπλων της Χεζμπολάχ και το αδιέξοδο των διμερών επαφών
Ένα ακόμη μείζον ζήτημα που παραμένει μετέωρο είναι το μέλλον και ο εξοπλισμός της Χεζμπολάχ. Παρά τις επίμονες πιέσεις της Ουάσιγκτον προς τη Βηρυτό για τον αφοπλισμό της οργάνωσης, η νέα συμφωνία δεν επιβάλλει κανέναν περιορισμό στις φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το Ιράν δεν έχει δεσμευτεί να διακόψει τη χρηματοδότηση και την εξοπλιστική υποστήριξη προς τον βασικότερο σύμμαχό του στην περιοχή, ενώ στρατιωτικοί αναλυτές θεωρούν δεδομένο ότι η Χεζμπολάχ δεν πρόκειται να παραδώσει εθελοντικά τα όπλα της.
Αντίθετα, εκφράζονται σοβαροί φόβοι ότι η ηγεσία της οργάνωσης, αισθανόμενη πολιτικά δικαιωμένη και νικήτρια μέσω της ιρανικής διπλωματίας, θα επιχειρήσει να επιβάλει σκληρούς όρους στην εγχώρια πολιτική σκηνή, εντείνοντας την εσωτερική αστάθεια στον Λίβανο.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο ρόλος των αυτόνομων διμερών διαπραγματεύσεων που διεξάγουν ο Λίβανος και το Ισραήλ από τον περασμένο Απρίλιο τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση.
Οι συνομιλίες αυτές, οι οποίες είχαν ως στόχο να αποσυνδέσουν το λιβανέζικο μέτωπο από τις ευρύτερες περιφερειακές βλέψεις του Ιράν, είχαν ήδη απορριφθεί από τη Χεζμπολάχ και δεν κατάφεραν να αποτρέψουν μια ανθρωπιστική τραγωδία με χιλιάδες νεκρούς και πάνω από ένα εκατομμύριο εκτοπισμένους.
Παρά την προγραμματισμένη έναρξη ενός νέου, διπλού κύκλου συνομιλιών στις 22 Ιουνίου στην Ουάσιγκτον και τις διαβεβαιώσεις του Λιβανέζου Πρωθυπουργού, Ναουάφ Σαλάμ, ότι θα παλέψει για την πλήρη αποχώρηση του ισραηλινού στρατού, η χρησιμότητα της διαδικασίας φαντάζει πλέον περιορισμένη.
Οι διεθνείς παρατηρητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο Λίβανος κινδυνεύει να μετατραπεί για ακόμη μία φορά στο μεγάλο θύμα της κρίσης, εγκλωβισμένος ανάμεσα στον αμερικανικό ερασιτεχνισμό, τον κυνισμό της Τεχεράνης, την ισραηλινή αδιαλλαξία και την πλήρη αδυναμία της δικής του πολιτικής ηγεσίας να χαράξει μια συμπαγή εθνική στρατηγική.