Σημαντικές αποκαλύψεις προκύπτουν από δικαστικά έγγραφα, σύμφωνα με τα οποία ήδη από το 2020 είχαν παραδοθεί στο Παλάτι του Μπάκιγχαμ χιλιάδες ηλεκτρονικά μηνύματα που αφορούσαν τον Πρίγκιπα Άντριου και τις οικονομικές του δραστηριότητες.
Το αρχείο, που περιελάμβανε περίπου 30.000 emails, παραδόθηκε στον Λόρδο Τσέιμπερλεϊν, ανώτατο αξιωματούχο του βασιλικού οίκου, και περιείχε πληροφορίες για αμφιλεγόμενες συναλλαγές, αλλά και για πιθανή κοινοποίηση εμπιστευτικών κυβερνητικών στοιχείων κατά τη διάρκεια της θητείας του ως εμπορικού απεσταλμένου.
Το Παλάτι του Μπάκιγχαμ απέφυγε να σχολιάσει την υπόθεση, επικαλούμενο την εν εξελίξει αστυνομική έρευνα σε βάρος του πρώην πρίγκιπα. Την ίδια στιγμή, η Αστυνομία του Thames Valley έχει απευθύνει νέα έκκληση για πληροφορίες προς το κοινό, μετά τη σύλληψή του με την υποψία παράβασης καθήκοντος.
Παράλληλα, τα δικαστικά έγγραφα δείχνουν ότι το υλικό αυτό είχε περιέλθει σε γνώση των αρχών του Παλατιού χρόνια πριν ξεκινήσουν οι τρέχουσες έρευνες, ενώ αποτέλεσε αντικείμενο νομικών διαδικασιών ήδη από το 2021.
Μέρος των emails φέρεται να σχετίζεται με υπόθεση του 2010, όταν ο Άντριου είχε λάβει εμπιστευτική ενημέρωση από το βρετανικό υπουργείο Οικονομικών για την κρίση στον τραπεζικό τομέα της Ισλανδίας και στη συνέχεια τη διαβίβασε σε επιχειρηματικό του συνεργάτη, τον Τζόναθαν Ρόουλαντ. Η υπόθεση συνδέεται με δραστηριότητες της τράπεζας Kaupthing, που αργότερα μετονομάστηκε σε Banque Havilland και βρέθηκε στο στόχαστρο ρυθμιστικών αρχών.
Η σημασία των ηλεκτρονικών μηνυμάτων ενισχύεται και από νεότερες αποκαλύψεις που προέκυψαν μέσα στο 2024 από τα λεγόμενα «αρχεία Έπσταϊν», τα οποία φέρνουν στο φως τις στενές σχέσεις του Άντριου με την οικογένεια Ρόουλαντ και επιχειρηματικές διασυνδέσεις.
Τα emails παραδόθηκαν στο Παλάτι κατά την περίοδο βασιλείας της Ελισάβετ Β΄, ενώ υπό τον Κάρολο Γ΄ η στάση απέναντι στον Άντριου έχει σκληρύνει, με αποκορύφωμα την αφαίρεση των βασιλικών του τίτλων.