Μόλις δύο μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο νέος Πρωθυπουργός του Ιράκ, Αλί αλ Ζαΐντι, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εξαιρετικά πυκνή και απαιτητική διπλωματική ατζέντα.
Στις αρχές Ιουλίου, ο Ζαΐντι υποδέχθηκε στο Ιράκ τη σορό του δολοφονηθέντος Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, η οποία μεταφέρθηκε για λαϊκό προσκύνημα στις ιερές σιιτικές πόλεις Νατζάφ και Καρμπάλα.
Σχεδόν αμέσως μετά, στις 13 Ιουλίου, ο Ιρακινός ηγέτης ξεκίνησε την πρώτη του επίσημη επίσκεψη στην Ουάσιγκτον, επιχειρώντας μια δύσκολη διπλωματική ισορροπία ανάμεσα στις δύο αντίπαλες δυνάμεις που επηρεάζουν τη χώρα του.
Η στρατηγική της «ανεξαρτησίας» και το βάρος της Τεχεράνης
Πριν από το ταξίδι του στις ΗΠΑ, ο Ζαΐντι έσπευσε να παρουσιάσει σημαντικές επιτυχίες σε δύο τομείς που αποτελούν κορυφαίες προτεραιότητες για την κυβέρνηση Τραμπ: τον αφοπλισμό των φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών και την καταπολέμηση της διαφθοράς. Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι αυτά τα δύο στοιχεία αποτελούν τους βασικούς πυλώνες μέσω των οποίων το Ιράν ασκεί την επιρροή του στη Βαγδάτη.
Ωστόσο, πολλοί αναλυτές αμφιβάλλουν για το αν αυτές οι εξαγγελίες αποτελούν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις ή απλώς μια προσπάθεια κατευνασμού των ΗΠΑ. Η ίδια η περιοδεία της σορού του Χαμενεΐ στο Ιράκ –μια κίνηση χωρίς ιστορικό προηγούμενο, καθώς κάτι αντίστοιχο δεν είχε συμβεί ούτε στην κηδεία του Χομεϊνί– απέδειξε περίτρανα πόσο βαθιά παραμένει η ιρανική επιρροή στην ιρακινή κοινωνία και την εγχώρια ελίτ, με την Τεχεράνη να επιδεικνύει τη λαϊκή και πολιτική της ισχύ στη γειτονική χώρα.
Το ακανθώδες ζήτημα του αφοπλισμού των πολιτοφυλακών
Ο Ζαΐντι παρουσίασε ως πρώτο δείγμα γραφής τη δέσμευση τριών ισχυρών ένοπλων ομάδων για παράδοση των όπλων τους. Συγκεκριμένα, οι οργανώσεις Ασάιμπ Αχλ αλ-Χακ και Κατάιμπ Ιμάμ Άλι, τις οποίες οι ΗΠΑ έχουν χαρακτηρίσει ως τρομοκρατικές, καθώς και η οργάνωση Σαράγια αλ-Σαλάμ του Μουκτάντα αλ-Σαντρ, ανακοίνωσαν ότι θα ενταχθούν στις επίσημες κρατικές δομές ασφαλείας.
Αν και η κίνηση αυτή χειροκροτήθηκε από τη Βαγδάτη και τον Ειδικό Απεσταλμένο των ΗΠΑ Τομ Μπάρακ, τα ερωτηματικά παραμένουν αμείλικτα. Δεν έχει διευκρινιστεί ποια ακριβώς όπλα θα παραδοθούν, σε ποιον, και πώς θα επηρεαστεί η δομή των Δυνάμεων Λαϊκής Κινητοποίησης (PMF), ενός επίσημου κρατικού θεσμού που ελέγχεται πλήρως από φιλοϊρανικά στοιχεία.
Η ηγεσία αυτών των ομάδων, όπως ο καταζητούμενος από τις ΗΠΑ Κάις αλ-Χαζάλι, έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να δεχθεί τη διάλυση ή τον ουσιαστικό αφοπλισμό των PMF, γεγονός που προμηνύει ότι οι πολιτοφυλακές ενδέχεται απλώς να αλλάξουν «ταμπέλα» διατηρώντας την αυτονομία τους.
Μια επιλεκτική μάχη κατά της διαφθοράς
Αντίστοιχη επιφυλακτικότητα επικρατεί και για την εκστρατεία κατά της διαφθοράς. Μέχρι στιγμής έχουν γίνει περίπου 70 συλλήψεις, όμως οι στόχοι δείχνουν να έχουν επιλεγεί με καθαρά πολιτικά κριτήρια. Στο στόχαστρο βρέθηκαν κυρίως σύμμαχοι του πρώην Πρωθυπουργού Μοχάμεντ Σία αλ-Σουντάνι και μέλη της σουνιτικής Συμμαχίας αλ-Αζμ. Πρόκειται για «εύκολους» στόχους που δεν ανήκουν στον στενό πυρήνα των συμμάχων της Τεχεράνης.
Για να αποδειχθεί ειλικρινής η προσπάθεια του Ζαΐντι, θα πρέπει να πληγούν εκείνοι οι Ιρανοί σύμμαχοι που λεηλατούν συστηματικά τα κρατικά ταμεία του Ιράκ προς όφελος της Τεχεράνης. Μέχρι στιγμής, το γεγονός ότι κορυφαίοι σύμμαχοι του Ιράν χειροκροτούν τις συλλήψεις αποτελεί μάλλον ανησυχητικό σημάδι για την πραγματική στόχευση της καμπάνιας.
Στις συνομιλίες τους στην Ουάσιγκτον, ο Πρόεδρος Τραμπ δεν θα πρέπει να βιαστεί να συγχαρεί τον Ιρακινό Πρωθυπουργό. Αντίθετα, οι ΗΠΑ οφείλουν να απαιτήσουν χειροπιαστές αποδείξεις για τον περιορισμό της κακόβουλης ιρανικής επιρροής προτού προχωρήσουν σε μια βαθύτερη οικονομική και στρατηγική συνεργασία με τη νέα κυβέρνηση της Βαγδάτης.