Έντονο παρασκήνιο βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ουάσιγκτον σχετικά με τη μορφή και το εύρος της αμερικανικής παρουσίας στη Βενεζουέλα, με τις συζητήσεις μεταξύ της CIA και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να επικεντρώνονται στον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εδραιώσουν την επιρροή τους στη χώρα μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο.
Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τον σχεδιασμό, η CIA κινείται διακριτικά αλλά αποφασιστικά, αναλαμβάνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεταβατική φάση, καθώς η πολιτική αστάθεια και οι σοβαρές ελλείψεις ασφάλειας καθιστούν δύσκολη μια άμεση και πλήρη διπλωματική επάνοδο. Αν και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ προορίζεται να αποτελέσει τον βασικό πυλώνα της μακροπρόθεσμης αμερικανικής παρουσίας, βραχυπρόθεσμα η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να στηρίζεται κυρίως στις δυνατότητες των μυστικών υπηρεσιών.
Όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, εξετάζεται το ενδεχόμενο αρχικής λειτουργίας ενός παραρτήματος της CIA, πριν από την επαναλειτουργία της πρεσβείας στο Καράκας. Μέσω αυτού, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να ανοίξουν ανεπίσημα κανάλια επικοινωνίας με διαφορετικές φατρίες της νέας εξουσίας, με στελέχη της αντιπολίτευσης, αλλά και με τρίτους παράγοντες που ενδέχεται να αποτελούν απειλή για τη σταθερότητα της χώρας. Το μοντέλο αυτό παραλληλίζεται με αντίστοιχες πρακτικές που έχουν εφαρμοστεί στο παρελθόν, όπως στην Ουκρανία.
Πρώην Αμερικανός αξιωματούχος τόνισε ότι η δημιουργία ενός τέτοιου παραρτήματος αποτελεί προτεραιότητα, καθώς επιτρέπει τη σύναψη επαφών σε επίπεδο υπηρεσιών πληροφοριών – κάτι που δεν μπορούν εύκολα να κάνουν οι διπλωμάτες στα αρχικά στάδια μιας μετάβασης. Η CIA, μάλιστα, αναμένεται να διαδραματίσει ρόλο-κλειδί και στην ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρχές της Βενεζουέλας για τη δραστηριότητα χωρών όπως η Κίνα, η Ρωσία και το Ιράν στην περιοχή.
Η επιρροή της CIA είχε ήδη φανεί πριν από τη σύλληψη του Μαδούρο, καθώς, σύμφωνα με αποκαλύψεις, πράκτορες της υπηρεσίας βρίσκονταν στη χώρα μήνες πριν από την επιχείρηση, παρακολουθώντας τις κινήσεις και τις συνήθειες του πρώην προέδρου. Κρίσιμη θεωρείται η συμβολή πηγής εντός της ίδιας της κυβέρνησης της Βενεζουέλας, η οποία φέρεται να βοήθησε στον ακριβή εντοπισμό του.
Παράλληλα, απόρρητη ανάλυση της CIA φέρεται να επηρέασε και την πολιτική επιλογή της Ουάσιγκτον να στηρίξει τη μεταβατική πρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκεζ αντί της ηγετικής φυσιογνωμίας της αντιπολίτευσης, Μαρία Κορίνα Ματσάδο, με γνώμονα τις βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις της απομάκρυνσης του Μαδούρο.
Την ίδια ώρα, παραμένει ασαφές το συνολικό στρατηγικό πλαίσιο του Λευκού Οίκου για τη Βενεζουέλα. Παρότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι ΗΠΑ θα «διοικήσουν» τη χώρα στη μεταβατική περίοδο, αξιωματούχοι που συμμετέχουν στον σχεδιασμό αναγνωρίζουν ότι η έλλειψη σαφών κατευθύνσεων δυσχεραίνει την κατάρτιση μακροπρόθεσμων πλάνων, συμπεριλαμβανομένου του χρονοδιαγράμματος για την πλήρη επαναλειτουργία της αμερικανικής πρεσβείας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν αποσύρει το διπλωματικό τους προσωπικό από το Καράκας το 2019, με τις υποθέσεις της Βενεζουέλας να διαχειρίζονται έκτοτε από ειδική μονάδα στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Μπογκοτά. Πρόσφατα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ όρισε τη βετεράνο διπλωμάτη Λόρα Ντογκού επικεφαλής της Μονάδας Υποθέσεων Βενεζουέλας, κίνηση που ερμηνεύεται ως προάγγελος ενισχυμένης διπλωματικής εμπλοκής.
Ωστόσο, η ασταθής κατάσταση ασφάλειας στη χώρα, σε συνδυασμό με την καχυποψία μέρους του πληθυσμού απέναντι στην αμερικανική παρουσία και ειδικά στη CIA, δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις. Για χρόνια, το καθεστώς Μαδούρο κατηγορούσε την υπηρεσία –χωρίς αποδείξεις– για απόπειρες ανατροπής του. Πλέον, μετά την πτώση του, η CIA εμφανίζεται έτοιμη να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των σχέσεων της Ουάσιγκτον με τη νέα ηγεσία της Βενεζουέλας και στη διαχείριση της εύθραυστης μεταβατικής περιόδου.