Η πρώτη συνεδρίαση του νέου συριακού κοινοβουλίου μετά την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ σηματοδότησε, σε συμβολικό επίπεδο, την έναρξη μιας νέας πολιτικής περιόδου για τη χώρα.
Παρουσία του μεταβατικού προέδρου Άχμαντ αλ-Σαράα, οι 210 βουλευτές ορκίστηκαν στο κοινοβούλιο της Δαμασκού, σε μια τελετή που στόχευε να προβάλει την επιστροφή των κρατικών θεσμών και την αποκατάσταση της πολιτικής κανονικότητας.
Ωστόσο, πίσω από τον συμβολισμό της τελετής διαμορφώνεται ένα πολιτικό σύστημα με περιορισμένα δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Οι δύο στους τρεις βουλευτές αναδείχθηκαν μέσω έμμεσης διαδικασίας που οργανώθηκε από επιτροπές διορισμένες από τον πρόεδρο, ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο επιλέχθηκε απευθείας από τον ίδιο τον αλ-Σαράα.
Οι Σύροι πολίτες δεν συμμετείχαν σε άμεσες εκλογές, ούτε υπήρξε κομματικός ανταγωνισμός, γεγονός που, κατά τους συντάκτες, περιορίζει σημαντικά την ανεξαρτησία του νέου νομοθετικού σώματος.
Η συγκρότηση της Βουλής βασίζεται στις διατάξεις της προσωρινής συνταγματικής διακήρυξης που επέβαλε η μεταβατική ηγεσία τον Μάρτιο του 2025, με την αιτιολογία ότι οι συνθήκες στη χώρα δεν επιτρέπουν ακόμη τη διεξαγωγή καθολικών εκλογών, εξαιτίας της συνεχιζόμενης αστάθειας, της παρουσίας εκατομμυρίων προσφύγων στο εξωτερικό και της αδύναμης λειτουργίας των κρατικών θεσμών.
Παράλληλα, το νέο κοινοβούλιο δέχεται επικρίσεις για τον τρόπο εκπροσώπησης των μειονοτήτων. Η συμμετοχή των Δρούζων, των Κούρδων και των Αλαουιτών χαρακτηρίζεται περιορισμένη, ενώ αρκετοί εκπρόσωποι προέρχονται από πολιτικές ή στρατιωτικές ομάδες που διατηρούν στενούς δεσμούς με τη Δαμασκό.
Κουρδικοί πολιτικοί φορείς κατήγγειλαν τη διαδικασία ως «πολιτική παρωδία», υποστηρίζοντας ότι οι αποφάσεις είχαν ληφθεί εκ των προτέρων και ότι δεν υπήρξε ουσιαστική λαϊκή συμμετοχή.
Αντίθετα, ιδιαίτερα ενισχυμένη εμφανίζεται η εκπροσώπηση της τουρκμενικής κοινότητας, με τουλάχιστον 12 έδρες. Αρκετοί από τους Τουρκμένους βουλευτές έχουν αναδειχθεί μέσα από πολιτικούς και στρατιωτικούς θεσμούς που υποστηρίχθηκαν επί χρόνια από την Τουρκία, γεγονός που αντανακλά τη μακροχρόνια προσπάθεια της Άγκυρας να αποκτήσει πολιτική επιρροή στη μεταπολεμική Συρία.
Παρότι το νέο κοινοβούλιο διαθέτει, θεωρητικά, σημαντικές αρμοδιότητες —όπως η ψήφιση νόμων, η επικύρωση διεθνών συμφωνιών και η δυνατότητα άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου— οι συντάκτες εκτιμούν ότι η σύνθεσή του καθιστά εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε ουσιαστική αμφισβήτηση της προεδρικής εξουσίας.
Πολλοί από τους βουλευτές συγκαταλέγονται στους στενούς συνεργάτες του αλ-Σαράα ή έχουν ήδη υπηρετήσει σε μεταβατικά κυβερνητικά όργανα που συγκροτήθηκαν μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ.
Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι η λειτουργία του νέου κοινοβουλίου ενδέχεται να δημιουργήσει την εικόνα μιας θεσμικής μετάβασης προς τη δημοκρατία, χωρίς όμως να εξασφαλίζει ουσιαστικούς μηχανισμούς λογοδοσίας ή πολιτικής αντιπολίτευσης.
Παρά τη διεθνή αναγνώριση που απολαμβάνει σταδιακά η νέα συριακή ηγεσία, η συγκέντρωση εξουσιών στην προεδρία και ο περιορισμένος πολιτικός πλουραλισμός δημιουργούν αμφιβολίες για το κατά πόσο η Συρία εισέρχεται πράγματι σε μια περίοδο δημοκρατικής διακυβέρνησης ή απλώς διαμορφώνει ένα νέο μοντέλο συγκεντρωτικής εξουσίας μετά την εποχή Άσαντ.