Σε κρίσιμη καμπή εισέρχεται η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με το αυστηρό χρονοδιάγραμμα του νόμου περί Πολεμικών Εξουσιών (War Powers Resolution). Παρά τις αρχικές εκτιμήσεις για μια επιχείρηση λίγων εβδομάδων, ο πόλεμος κλείνει πλέον δύο μήνες, με τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν κλειστά και την παγκόσμια οικονομία να δέχεται ισχυρές πιέσεις από την αύξηση των τιμών των καυσίμων — μια παράμετρος που απειλεί άμεσα τη δημοτικότητα της κυβέρνησης ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Η 1η Μαΐου αποτελεί ορόσημο, καθώς συμπληρώνονται οι 60 ημέρες από την επίσημη ενημέρωση του Κογκρέσου. Βάσει της αμερικανικής νομοθεσίας, ο Τραμπ οφείλει πλέον είτε να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική έγκριση για τη συνέχιση των εχθροπραξιών, είτε να δρομολογήσει την αποχώρηση των δυνάμεων.
Αν και υπάρχει η δυνατότητα 30ήμερης παράτασης για λόγους ασφαλούς απεμπλοκής, ο Λευκός Οίκος ενδέχεται να ακολουθήσει την αμφιλεγόμενη τακτική Ομπάμα, υποστηρίζοντας ότι η φύση των επιχειρήσεων δεν απαιτεί νομοθετική εξουσιοδότηση. Ωστόσο, μια τέτοια κίνηση ρισκάρει να διαρρήξει το μέτωπο με τους Ρεπουμπλικάνους, ορισμένοι εκ των οποίων θεωρούν την τήρηση του deadline «κόκκινη γραμμή».
Στο πεδίο της στρατηγικής, ο Τραμπ επιμένει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ των ΗΠΑ λόγω του οικονομικού στραγγαλισμού της Τεχεράνης, ποντάροντας σε μια εσωτερική κατάρρευση του καθεστώτος που θα φέρει το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αναλυτές ωστόσο προειδοποιούν ότι αυτή η αναμονή μπορεί να αποτελεί «στρατηγική παγίδα».
Υποστηρίζουν ότι η υποτιθέμενη πολιτική αστάθεια στην Τεχεράνη είναι μια τακτική εξαπάτησης των Φρουρών της Επανάστασης, οι οποίοι κερδίζουν πολύτιμο χρόνο για να ανασυνταχθούν, ενώ η Δύση παραμένει εγκλωβισμένη στην οφθαλμαπάτη μιας μετριοπαθούς διπλωματικής λύσης.