Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι οι δολοφονίες στο Ιράν «έχουν σταματήσει» και ότι οι εκτελέσεις «ανεστάλησαν», στέλνοντας παράλληλα αυστηρό μήνυμα προς την Τεχεράνη. Όπως προειδοποίησε, εάν τα φαινόμενα αυτά επαναληφθούν, η αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών θα είναι έντονη. Η δήλωση του Αμερικανού προέδρου επιχειρεί να εκπέμψει σήμα προσωρινής αποκλιμάκωσης, την ώρα που στο παρασκήνιο εξακολουθεί να αιωρείται το ενδεχόμενο στρατιωτικής εμπλοκής των ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι μια αμερικανική στρατιωτική παρέμβαση θα μπορούσε να εκδηλωθεί ακόμη και εντός των επόμενων 24 ωρών. Στο Ισραήλ, μάλιστα, κυριαρχεί η πεποίθηση ότι ο Τραμπ έχει ήδη λάβει την απόφαση για δράση, χωρίς ωστόσο να έχουν αποσαφηνιστεί ούτε το εύρος ούτε το ακριβές χρονοδιάγραμμα της ενδεχόμενης επιχείρησης.
Το κλίμα αυτό τροφοδοτεί τα σενάρια για επικείμενο πλήγμα, καθώς η Ουάσινγκτον προχωρά σε προληπτικά μέτρα, αποσύροντας προσωπικό από κρίσιμες στρατιωτικές βάσεις στη Μέση Ανατολή. Η κίνηση ερμηνεύεται ως σαφής ένδειξη ότι η στρατιωτική κλιμάκωση βρίσκεται πλέον στο τραπέζι.
Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε ότι η απομάκρυνση προσωπικού γίνεται λόγω της αυξημένης έντασης στην περιοχή, μετά και τις προειδοποιήσεις ανώτατου Ιρανού αξιωματούχου πως η Τεχεράνη θα στοχεύσει αμερικανικές βάσεις σε περίπτωση επίθεσης. Την ίδια ώρα, το ιρανικό καθεστώς προσπαθεί να διαχειριστεί τη σοβαρότερη εσωτερική κρίση που έχει αντιμετωπίσει η Ισλαμική Δημοκρατία.
Παράλληλα, η Βρετανία αποσύρει επίσης μέρος του προσωπικού της από αεροπορική βάση στο Κατάρ, ενόψει ενδεχόμενων αμερικανικών πληγμάτων, σύμφωνα με την εφημερίδα i, χωρίς άμεσο σχόλιο από το βρετανικό υπουργείο Άμυνας.
«Όλες οι ενδείξεις συνηγορούν ότι μια αμερικανική επίθεση πλησιάζει, ωστόσο αυτό εντάσσεται και στη γνωστή τακτική της συγκεκριμένης κυβέρνησης να διατηρεί την αβεβαιότητα. Η απρόβλεπτη στάση αποτελεί μέρος της στρατηγικής της», σχολίασε Δυτικός στρατιωτικός αξιωματούχος στο Reuters.
Το καθεστώς της Τεχεράνης προειδοποιεί ότι θα απαντήσει με αποφασιστικότητα σε οποιαδήποτε επίθεση των ΗΠΑ ή του Ισραήλ, κατηγορώντας παράλληλα τις δύο χώρες για υποκίνηση των αντικαθεστωτικών διαδηλώσεων. Ο επικεφαλής των Φρουρών της Επανάστασης, Μοχάμαντ Πακπούρ, χαρακτήρισε μάλιστα τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου «δολοφόνους της ιρανικής νεολαίας». Από την έναρξη της καταστολής στα τέλη Δεκεμβρίου, τουλάχιστον 2.400 διαδηλωτές έχουν χάσει τη ζωή τους, σύμφωνα με την αμερικανική HRANA.
Σε προληπτικό πλαίσιο, η Ουάσινγκτον αποσύρει προσωπικό από βασικές στρατιωτικές βάσεις στη Μέση Ανατολή, όπως η Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ, όπου σταθμεύουν περίπου 10.000 Αμερικανοί στρατιώτες. Παράλληλα, και το βρετανικό προσωπικό απομακρύνεται από τη βάση, ενώ η Βρετανία έκλεισε προσωρινά την πρεσβεία της στην Τεχεράνη, και η Ιταλία και η Πολωνία προέτρεψαν τους πολίτες τους να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Η αυξανόμενη ένταση επηρεάζει και τη ναυτιλία, καθώς δεκάδες εμπορικά πλοία παραμένουν εκτός ιρανικών λιμανιών ή στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη του Ιράν, ενώ καταγράφονται παρεμβολές στα συστήματα δορυφορικής πλοήγησης GNSS. Οι κινήσεις αυτές, όπως επισημαίνουν ειδικοί, συνιστούν προληπτικά μέτρα εν μέσω των συνεχιζόμενων διαδηλώσεων και της κλιμάκωσης των εντάσεων στην περιοχή.