Σε κλίμα απόλυτου θριάμβου, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε από το περιθώριο της Συνόδου της G7 στη Γαλλία την επίτευξη μιας ιστορικής, προσ Lauren συμφωνίας με το Ιράν.
Ο Τραμπ δήλωσε κατηγορηματικά ότι το μνημόνιο συνεργασίας «πέτυχε όλα όσα επιδιώκαμε και ακόμη περισσότερα», βάζοντας τέλος στην πολεμική σύγκρουση, εξασφαλίζοντας την άμεση επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και αποκλείοντας οριστικά την απόκτηση πυρηνικών όπλων από την Τεχεράνη.
Όπως αποκάλυψε, οι επίσημες υπογραφές αναμένονται άμεσα («αύριο, ίσως μεθαύριο»), ενώ αντίγραφο του κειμένου έχει ήδη αποσταλεί στο Ισραήλ, το οποίο χαρακτήρισε «καλό εταίρο».
Ο Αμερικανός πρόεδρος τόνισε ότι η παρέμβαση έγινε την κατάλληλη στιγμή για να αποφευχθεί μια παγκόσμια οικονομική καταστροφή, συμπληρώνοντας με νόημα ότι η νέα ηγετική ομάδα του Ιράν είναι σαφώς πιο έξυπνη, λιγότερο ριζοσπαστική και έτοιμη για έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.
Το σκληρό τελεσίγραφο και η διάψευση για τα 300 δισ. δολάρια
Παρά το πανηγυρικό κλίμα, ο Τραμπ έστειλε ένα ξεκάθαρο τελεσίγραφο: η παρούσα φάση αφορά ένα Μνημόνιο Συνεργασίας και αν η τελική συμφωνία δεν οριστικοποιηθεί μέσα σε 60 ημέρες, οι ΗΠΑ θα ξεκινήσουν αμέσως νέο γύρο βομβαρδισμών.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η Ουάσινγκτον δεν πρόκειται να δώσει χρήματα στην Τεχεράνη, χαρακτηρίζοντας «ψευδή ιστορία» τα δημοσιεύματα περί πρόσβασης του Ιράν σε ταμείο ανοικοδόμησης 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Αντίθετα, άφησε ανοιχτό το πεδίο μόνο για ιδιωτικές ξένες επενδύσεις, υπογραμμίζοντας ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις προκάλεσαν στοχευμένες καταστροφές στις ιρανικές υποδομές, το κόστος των οποίων αγγίζει τα 1,5 με 2 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Ανέφερε μάλιστα ότι οι επόμενες διαπραγματεύσεις, με τη συμμετοχή των χωρών του Κόλπου, θα αφορούν μη πυρηνικά ζητήματα, όπως οι συμβατικοί βαλλιστικοί πύραυλοι του Ιράν, σημειώνοντας ρεαλιστικά ότι η χώρα δικαιούται να έχει ένα μειωμένο οπλοστάσιο για την άμυνά της.
«Αν δεν είχα σκοτώσει τον Σουλεϊμανί, δεν θα υπήρχε συμφωνία»
Σε μια αναδρομή στο παρελθόν, ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι η τρέχουσα διπλωματική επιτυχία δεν είναι προϊόν των τελευταίων εβδομάδων, αλλά θεμελιώθηκε τον Ιανουάριο του 2020 με τη δυναμική απόφαση της πρώτης θητείας του να εξοντώσει τον Ιρανό στρατηγό Κασέμ Σουλεϊμανί.
Περιγράφοντας τον Σουλεϊμανί ως «μια τρελή ιδιοφυΐα» και το πραγματικό «αφεντικό» του Ιράν, ο Τραμπ αποκάλυψε παρασκηνιακά ότι η εξόντωσή του σχεδιάστηκε ως κοινή επιχείρηση με το Ισραήλ.
Ωστόσο, το προηγούμενο βράδυ η ισραηλινή πλευρά υπαναχώρησε, αναγκάζοντας τον ίδιο να πάρει αποκλειστικά πάνω του την ευθύνη της εντολής για την επίθεση στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης. «Αν δεν τον είχα σκοτώσει, πιθανότατα δεν θα μιλούσαμε τώρα για αυτή τη συμφωνία», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Αιχμές κατά Νετανιάχου και το επόμενο στοίχημα του Λιβάνου
Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν δίστασε να ασκήσει δημόσια κριτική στον Μπενιαμίν Νετανιάχου για τον τρόπο διαχείρισης των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά της Χεζμπολάχ, σημειώνοντας ότι «μερικές φορές ενθουσιάζεται λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει».
Αν και εξήρε τη συμμαχία τους, ο Τραμπ αποκάλυψε ότι ζήτησε προσωπικά από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό μια πιο ήπια προσέγγιση. «Δεν χρειάζεται να γκρεμίζεται ένα κτίριο κάθε φορά που μπαίνει σε αυτό κάποιος που συνδέεται με τη Χεζμπολάχ. Το Ισραήλ θα μπορούσε να συμπεριφέρεται καλύτερα», ανέφερε.
Εξέφρασε μάλιστα τη βαθιά του λύπη για την κατάσταση στον Λίβανο, πλέκοντας το εγκώμιο του ιστορικού και ανώτερου πολιτισμού της χώρας, η οποία, όπως είπε, από μια πατρίδα επιστημόνων και γιατρών έχει μετατραπεί τα τελευταία 50-60 χρόνια σε «κόλαση».
Κλείνοντας, ο Τραμπ τόνισε ότι με το Ιράν να έχει πλέον εξουδετερωθεί οικονομικά και στρατιωτικά —χάνοντας τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί τους συμμάχους του στην περιοχή—, ο Λίβανος αποτελεί το επόμενο κομμάτι του γεωπολιτικού παζλ για την επίτευξη της ειρήνης. Στο πλαίσιο αυτό, ανακοίνωσε ότι ο πρόεδρος του Λιβάνου, Ζοζέφ Αούν, αναμένεται να επισκεφθεί τις Ηνωμένες Πολιτείες εντός των επόμενων δύο εβδομάδων για κρίσιμες διαβουλεύσεις στον Λευκό Οίκο.