Σε έναν νέο γύρο ταλαντεύσεων και διπλωματικών ελιγμών προχωρά ο Ντόναλντ Τραμπ, ανακοινώνοντας εκ νέου την ετοιμότητα μιας συμφωνίας με την Τεχεράνη και ακυρώνοντας μια προγραμματισμένη στρατιωτική επίθεση. Ο Αμερικανός πρόεδρος επιβεβαίωσε την έναρξη νέων συνομιλιών, υποστηρίζοντας πως το Ιράν επιδιώκει τον διάλογο καθώς γνώριζε το μέγεθος της απειλής.
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη, μέσω του βουλευτή Χασάν Γκασγάουι, σημειώνει ότι γίνονται προσπάθειες αναβίωσης προγενέστερων ειρηνευτικών συμφωνιών με τη διαμεσολάβηση περιφερειακών δυνάμεων.
Στην ανάσχεση της κλιμάκωσης συνέβαλαν ενεργά χώρες όπως το Κατάρ, τα ΗΑΕ, η Τουρκία, το Πακιστάν, αλλά και η Σαουδική Αραβία, με τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν να εκφράζει ανοιχτά τις ανησυχίες του για τις επιπτώσεις μιας στρατιωτικής επιδρομής.
Την ίδια στιγμή, η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται βαθιά διχασμένη ως προς τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει. Ενώ ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ συντάσσεται με τη σκληρή γραμμή του Ισραήλ για ευρεία στρατιωτική δράση, ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς και η στρατιωτική ηγεσία προκρίνουν την αποφυγή της εμπλοκής.
Η αβεβαιότητα αυτή αποτυπώνεται και στην κοινή γνώμη των ΗΠΑ, όπου τα ποσοστά δημοφιλίας του Τραμπ καταγράφουν ιστορικό χαμηλό στο 37%, γεγονός που δημιουργεί έντονο προβληματισμό ενόψει των επικείμενων ενδιάμεσων εκλογών.
Παράλληλα, η Τεχεράνη εκμεταλλεύεται το αδιέξοδο διατηρώντας τον έλεγχο στο Στενό του Ορμούζ, ποντάροντας στο ότι η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί μια σύγκρουση που θα παρέλυε την παγκόσμια οικονομία.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, οι ΗΠΑ εξετάζουν δύο πιθανές διεξόδους: είτε μια έμμεση οικονομική διευθέτηση με το Ιράν για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας —λύση που προκρίνουν οι πετρομοναρχίες του Κόλπου παρά τις νομικές ενστάσεις— είτε την εμπλοκή των Ευρωπαίων συμμάχων.
Ωστόσο, οι προσπάθειες του Πενταγώνου να συγκροτήσει διεθνή ναυτική αποστολή προσκρούουν στην άρνηση της Γαλλίας και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, τα οποία αρνούνται να αναπτύξουν δυνάμεις χωρίς προηγούμενη εκεχειρία.
Η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού επιβαρύνεται περαιτέρω από τις δημόσιες επιθέσεις του Τραμπ κατά της ισπανικής κυβέρνησης για τη διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης στη Θέουτα, την ώρα που το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επικρίνει ανοιχτά τη Μαδρίτη.
Αντίθετα, η Ουάσιγκτον ενισχύει σταθερά τους στρατιωτικούς και οικονομικούς δεσμούς της με το Μαρόκο, το οποίο αποτελεί κρίσιμο σύμμαχο στην περιοχή και την πρώτη αραβική χώρα που συμμετέχει ενεργά στις αμερικανικές πρωτοβουλίες για την ασφάλεια στη Γάζα.