Μια έντονη εσωτερική αντίφαση αποκαλύπτεται στην εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς η αποφασιστικότητα που επιδεικνύει απέναντι στο Ιράν φαίνεται να κάμπτεται όταν στο προσκήνιο εμφανίζεται η εμπλοκή της Ρωσίας.
Παρά το γεγονός ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος επικαλέστηκε την προστασία των Αμερικανών στρατιωτών ως κύριο λόγο για τη στρατιωτική αντιπαράθεση με την Τεχεράνη, εμφανίζεται εξαιρετικά διστακτικός να αντιμετωπίσει τις καταγγελίες ότι η Μόσχα παρέχει στο Ιράν κρίσιμες δορυφορικές πληροφορίες και εξοπλισμό για τον εντοπισμό αμερικανικών στόχων.
Η στάση αυτή αναδεικνύει ένα σταθερό μοτίβο, όπου οι προσωπικές διαβεβαιώσεις του Βλαντίμιρ Πούτιν ζυγίζουν συχνά περισσότερο για τον Λευκό Οίκο από τις εκτιμήσεις των ίδιων των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών.
Η απόσταση ανάμεσα στις δηλώσεις των στελεχών της αμερικανικής κυβέρνησης και του ιδίου του Προέδρου έγινε εμφανής όταν ο Υπουργός Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, αναγνώρισε στη Γερουσία τη διευκολυντική δράση Ρωσίας και Κίνας υπέρ του Ιράν, για να διαψευστεί εμμέσως λίγο αργότερα από τον Τραμπ, ο οποίος επικαλέστηκε την προσωπική του εμπιστοσύνη προς τους ξένους ηγέτες.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η τακτική του Αμερικανού Προέδρου να υποβαθμίζει τη σοβαρότητα της ρωσικής υποστήριξης και να συμψηφίζει τις ενέργειες των δύο δυνάμεων αποδυναμώνει την αμερικανική αποτρεπτική ισχύ, στέλνοντας στο Κρεμλίνο το μήνυμα πως η συνδρομή του προς την Τεχεράνη δεν συνεπάγεται ουσιαστικό πολιτικό ή στρατηγικό κόστος.