Στη γεωπολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής, μετά την έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, η στάση της Ρωσίας αρχικά φαινόταν επιφυλακτική. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσίευμα της αμερικανικής εφημερίδας Washington Post, η Μόσχα φέρεται να παρέχει στην Τεχεράνη πληροφορίες στρατιωτικής στοχοποίησης, συμβάλλοντας –έστω και έμμεσα– στις επιχειρήσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή.
Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, τρεις αξιωματούχοι με γνώση σχετικών εκθέσεων των μυστικών υπηρεσιών υποστηρίζουν ότι η Ρωσία μεταβιβάζει στο Ιράν δεδομένα που αφορούν τη θέση αμερικανικών στρατιωτικών μέσων. Οι πληροφορίες αυτές φέρεται να περιλαμβάνουν τοποθεσίες πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών των Ηνωμένων Πολιτειών, γεγονός που θα μπορούσε να διευκολύνει την πραγματοποίηση επιθέσεων εναντίον αμερικανικών στόχων.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται από αναλυτές ως η πρώτη σαφής ένδειξη ότι ένας ακόμη μεγάλος διεθνής αντίπαλος των Ηνωμένων Πολιτειών εμπλέκεται, έστω και έμμεσα, στη σύγκρουση. Η φερόμενη ανταλλαγή πληροφοριών υποδηλώνει ότι η ραγδαία κλιμακούμενη πολεμική αναμέτρηση ενδέχεται να αποκτά ευρύτερες γεωπολιτικές διαστάσεις, εμπλέκοντας δυνάμεις με σημαντικές δυνατότητες στον τομέα της συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, από την έναρξη των εχθροπραξιών το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου, η Ρωσία φέρεται να έχει μεταβιβάσει στο Ιράν πληροφορίες σχετικά με την ανάπτυξη αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων. Ένας από τους αξιωματούχους που επικαλείται η εφημερίδα σημείωσε ότι πρόκειται «για μια αρκετά ολοκληρωμένη προσπάθεια».
Η ρωσική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον δεν απάντησε σε αίτημα σχολιασμού. Παράλληλα, η Μόσχα έχει καλέσει δημόσια σε τερματισμό των εχθροπραξιών, χαρακτηρίζοντας τον πόλεμο ως «απρόκλητη πράξη ένοπλης επιθετικότητας».
Η ακριβής έκταση της ρωσικής συνδρομής παραμένει ασαφής. Ωστόσο, εκτιμάται ότι το Ιράν έχει αυξημένη ανάγκη για πληροφορίες στοχοποίησης, καθώς οι δυνατότητές του να εντοπίζει αμερικανικές δυνάμεις φαίνεται να έχουν περιοριστεί μετά τις πρώτες ημέρες των επιχειρήσεων.
Στο πεδίο των συγκρούσεων, έξι Αμερικανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν την Κυριακή στο Κουβέιτ έπειτα από επίθεση ιρανικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους. Παράλληλα, η Τεχεράνη έχει εκτοξεύσει χιλιάδες drones αυτοκτονίας και εκατοντάδες πυραύλους εναντίον αμερικανικών θέσεων, διπλωματικών εγκαταστάσεων και άλλων στόχων στην περιοχή.
Τις τελευταίες ημέρες, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, επλήγη και σταθμός της CIA που λειτουργεί εντός της πρεσβείας των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας.
Την ίδια στιγμή, η κοινή στρατιωτική επιχείρηση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ έχει πλήξει περισσότερους από 2.000 στόχους στο έδαφος του Ιράν.
Σχολιάζοντας την κατάσταση, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Άννα Κέλι, δήλωσε ότι «το ιρανικό καθεστώς συνθλίβεται ολοκληρωτικά», προσθέτοντας ότι τα πλήγματα με βαλλιστικούς πυραύλους μειώνονται καθημερινά, ενώ η στρατιωτική και παραγωγική υποδομή της χώρας υφίσταται σημαντικές απώλειες.
Παρά τις δηλώσεις του υπουργού Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών, Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος υποστήριξε ότι η Ρωσία και η Κίνα «δεν αποτελούν πραγματικό παράγοντα» στη σύγκρουση, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η ακρίβεια ορισμένων ιρανικών επιθέσεων ενδέχεται να συνδέεται με εξωτερική υποστήριξη στον τομέα των πληροφοριών.
Η CIA και το Πεντάγωνο απέφυγαν να σχολιάσουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες.
Ειδικοί επισημαίνουν ότι οι ρωσικές δυνατότητες στον τομέα των διαστημικών και δορυφορικών πληροφοριών θα μπορούσαν να αποδειχθούν ιδιαίτερα χρήσιμες για το Ιράν, το οποίο δεν διαθέτει εκτεταμένο δικό του δορυφορικό δίκτυο. Η Ντάρα Μάσικοτ, ειδικός στον ρωσικό στρατό, σημειώνει ότι οι ιρανικές επιθέσεις παρουσιάζουν υψηλό βαθμό ακρίβειας, πλήττοντας συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και υποδομές διοίκησης και ελέγχου.
Αντίστοιχα, η Νικόλ Γκραζέφσκι από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ επισημαίνει ότι ορισμένες ιρανικές επιθέσεις εμφανίζουν σημαντικό βαθμό τεχνολογικής εξειδίκευσης, καταφέρνοντας να διαπεράσουν συστήματα αεράμυνας.
Ορισμένοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η ρωσική υποστήριξη ενδέχεται να αποτελεί και μια μορφή έμμεσης απάντησης στη στρατιωτική βοήθεια που παρέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ουκρανία.
Παρά το γεγονός ότι οι ρωσικές δυνατότητες συλλογής πληροφοριών θεωρούνται γενικά κατώτερες από τις αμερικανικές, εξακολουθούν να συγκαταλέγονται μεταξύ των πλέον ανεπτυγμένων διεθνώς.
Ταυτόχρονα, εκτιμάται ότι το Κρεμλίνο ενδέχεται να βλέπει ορισμένα στρατηγικά οφέλη από έναν παρατεταμένο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, όπως η άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου και η μετατόπιση της προσοχής της Δύσης από άλλα μέτωπα.
Ωστόσο, αναλυτές σημειώνουν ότι η κύρια στρατηγική προτεραιότητα της Μόσχας παραμένει ο πόλεμος στην Ουκρανία. Παρά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η ρωσική ηγεσία φαίνεται να αντιμετωπίζει τη σύγκρουση ως δευτερεύον ζήτημα σε σχέση με το ουκρανικό μέτωπο.