Ο άγιος Βασίλης της κατανάλωσης, ο άγιος Βασίλης της προσφοράς και η coca-cola

 
Ο άγιος Βασίλης της κατανάλωσης,  ο άγιος Βασίλης της προσφοράς και η coca-cola

Ενημερώθηκε: 31/12/20 - 16:47

Ο Αγιος Βασίλης των Ορθοδόξων δεν κρατάει δώρα. Ενα χαρτί και μία πένα είναι αρκετά στα παιδιά. Δεν είναι πλούσιος και κατάγεται από την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Με άσπρα γένια, λιπόσαρκος και μ’ ένα μπαστούνι για να τον βοηθά στο περπάτημα περιφέρεται, συζητά με τους ανθρώπους και τους εύχεται καλή χρονιά.

Ο Δυτικός «Αγιος Βασίλης» κρατάει σάκο με δώρα, κινείται με έλκηθρο, είναι ευτραφής, διατρέχει όλο τον κόσμο, μπαίνει από τις καμινάδες και αφήνει δώρα για όλα τα παιδιά. Ο ένας γεννήθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. και ο άλλος είναι δημιούργημα της φαντασίας, το οποίο καθιερώθηκε τον περασμένο αιώνα ως εμπορικό προϊόν. Το εντυπωσιακό παρουσιαστικό του ήταν φυσικό να επικρατήσει του Αγίου Βασιλείου από την Καισάρεια, όταν συνοδεύεται από «καμπάνιες υπέρ της κατανάλωσης».

Τον Αγιο Βασίλη όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, τον σχεδίασε για λογαριασμό της Coca-Cola ο Haddon Sundblom. Η φαντασία λογοτεχνών και μη, δημιούργησε έναν νέο αληθοφανή μύθο που ήθελε τον άγιο να ζει στο χωριό Κορβατουντούρι (Korvatunturi), που βρίσκεται μόλις οκτώ χιλιόμετρα βόρεια του Ροβανιέμι της Λαπωνίας, στον Αρκτικό Κύκλο. Κορβατουντούρι σημαίνει «το ύψωμα του αυτιού». Επειδή λοιπόν η περιοχή είχε κάπως αυτό το σχήμα, θεωρήθηκε ότι ο Αγιος Βασίλης ζούσε εκεί και «άκουγε» τις επιθυμίες των παιδιών.

Στη συνέχεια, και αφού οι μύθοι γύρω από τον Αγιο Βασίλη έβρισκαν πολλούς πρόθυμους να τους «υπηρετήσουν», προς τα τέλη του 19ου αιώνα το Ροβανιέμι καταγράφηκε ως η πατρίδα του Αγίου.

Στον αντίποδα του Santa Claus, o δικός μας Αγιος Βασίλης είναι υπαρκτό πρόσωπο, από τα πλέον σημαντικά για την Ορθοδοξία. Επρόκειτο για τον επίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας, κορυφαίο θεολόγο του 4ου αιώνα και έναν από τους Τρεις Ιεράρχες, προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας. Ο Μέγας Βασίλειος ήταν ένας βαθιά μορφωμένος και εξαιρετικά δραστήριος άνθρωπος. Γεννήθηκε το 330 στη Νεοκαισάρεια του Πόντου και από παιδί ακόμα έτυχε βαθιάς, χριστιανικής μόρφωσης.

Οι ανάγκες της Εκκλησίας, που χειμαζόταν την εποχή εκείνη από την αίρεση του αρειανισμού και η απαίτηση του λαού του, τον έκαναν να διακόψει τον μοναχικό βίο και να χειροτονηθεί πρεσβύτερος στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Το 370 διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο τον Μητροπολίτη Καισαρείας Ευσέβιο. Χαρακτηριστικό ήταν το θάρρος και η τόλμη του απέναντι στον αρειανό αυτοκράτορα Ουάλη, που θέλησε να τον απειλήσει. Αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων της Εκκλησίας και στη φροντίδα του ποιμνίου του. Ομως οι βαριές εκκλησιαστικές και κοινωνικές φροντίδες αποδείχθηκαν αβάστακτες για τον ασκητικό και ασθενικό ιεράρχη. Ο Μέγας Βασίλειος πέθανε την 1η Ιανουαρίου του 379, σε ηλικία μόλις 49 χρόνων και πάμφτωχος. Αφησε όμως πίσω του ένα πλούσιο έργο. Εκτός από τα αμέτρητα συγγράμματά του και τη μάχη του εναντίον του αρειανισμού, έγινε γνωστός κυρίως για τη φιλανθρωπία του. Μερίμνησε να χτιστούν νοσοκομεία, φτωχοκομεία, ορφανοτροφεία και γηροκομεία και φρόντιζε πάντα όσους είχαν την ανάγκη του.

Ο Αϊ-Βασίλης των Ελλήνων απέχει πολύ από τον χοντρούλη και εύθυμο Santa Claus της Βόρειας Ευρώπης. Η παράδοση και οι γραπτές μαρτυρίες τον παρουσιάζουν αδύνατο, μελαχρινό, με μαύρα γένια και γελαστό πάντα. Σύμφωνα με την παράδοση, αμέσως μετά τα Χριστούγεννα ξεκινούσε πεζός με ένα ραβδί στο χέρι, από όπου με θαυμαστό τρόπο βλάσταιναν ή ζωντάνευαν κλαδιά και πέρδικες -σύμβολα δώρων- και περνούσε από διάφορους τόπους. Δεν έφερνε δώρα στους ανθρώπους. Τα δώρα του ήταν περισσότερο συμβολικά: η ιερατική ευλογία του και η καλή τύχη.

Από τον Μέγα Βασίλειο ξεκίνησε και το έθιμο της βασιλόπιτας την Πρωτοχρονιά. Οπως η παράδοση αναφέρει, την εποχή που ο Μέγας Βασίλειος ήταν επίσκοπος στην Καισάρεια, ο έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε στην πόλη για να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι, τρομαγμένοι, ζήτησαν τη βοήθεια του ποιμενάρχη τους. Αυτός τους συμβούλεψε να φέρουν ό,τι πιο πολύτιμο είχαν και αφού μάζεψαν πολλά δώρα, κοσμήματα και χρυσά νομίσματα, βγήκαν μαζί με τον δεσπότη τους να προϋπαντήσουν τον έπαρχο. Η εμφάνιση και η πειθώ του Μεγάλου Βασιλείου «καταπράυναν» τον έπαρχο, ο οποίος τελικά δεν θέλησε να πάρει τα δώρα. Οταν όμως προσπάθησαν να δώσουν πίσω και να μοιράσουν στους πιστούς τα δώρα που ο καθένας είχε φέρει, ο χωρισμός αποδείχτηκε ιδιαίτερα δύσκολος, καθώς πολλοί είχαν προσφέρει όμοια κοσμήματα και όμοια νομίσματα. Τότε ο Μέγας Βασίλειος διέταξε τους πιστούς να φτιάξουν το απόγευμα του Σαββάτου πίτες και να βάλουν μέσα σε καθεμία από ένα αντικείμενο. Την επομένη, τους τις μοίρασε και σαν από θαύμα, καθένας βρήκε μέσα στην πίτα αυτό που είχε προσφέρει.

Η μετατροπή της μορφής του Αγίου Βασιλείου στον Βορειοευρωπαίο και Βορειοαμερικανό Santa Claus φαίνεται πως πέρασε στην ελληνική κοινωνία, στην αστική κυρίως τάξη, τη δεκαετία 1950-1960 από τους συγγενείς μετανάστες, που με τις ευχετήριες κάρτες τους εισήγαγαν και στην Ελλάδα τη νέα μορφή του Αϊ-Βασίλη.