Με μια σκληρή, απόλυτη και πολιτικά αδιάλλακτη στάση απέναντι στην τουρκική επεκτατικότητα, η Κυπριακή Δημοκρατία εξαπέλυσε δριμύτατη διπλωματική επίθεση μέσω επίσημης ρηματικής διακοίνωσης προς τον Ύπατο Αρμοστή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.
Το έγγραφο, το οποίο κατατέθηκε στις 20 Απριλίου 2026 από τη μόνιμη αποστολή της Κύπρου στη Γενεύη, αποτελεί ένα ξεκάθαρο τελεσίγραφο προς την Άγκυρα, απαιτώντας την άμεση και πλήρη απομάκρυνση των κατοχικών στρατευμάτων εισβολής, την οριστική εγκατάλειψη της παράνομης ρητορικής περί «δύο κρατών» και την απελευθέρωση του νησιού.
Η κυπριακή πλευρά, επιβεβαιώνοντας την προσήλωσή της στο διεθνές δίκαιο, ξεκαθαρίζει προς τη διεθνή κοινότητα ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο ανοχής ή λήθης για το έγκλημα που συντελείται στην Κύπρο. Υπογραμμίζει μάλιστα με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι η συνεχιζόμενη στρατιωτική κατοχή του ενός τρίτου ενός κυρίαρχου κράτους-μέλους του ΟΗΕ αποτελεί μια διαρκή, κατάφορη παραβίαση του ανθρωπιστικού δικαίου.
Παράλληλα, διαμηνύει προς πάσα κατεύθυνση πως η πάροδος του χρόνου δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να λειτουργήσει ως «παραγραφή» ευθυνών για το κράτος, ούτε θα επιτραπεί στην Άγκυρα να χρησιμοποιήσει τα χρόνια που πέρασαν για να νομιμοποιήσει την επιθετικότητά της και να ξεφύγει από τις βαρύτατες ευθύνες της.
Η αξιοπιστία ολόκληρου του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών δοκιμάζεται στην Κύπρο. Η διεθνής κοινότητα οφείλει να αντιμετωπίσει την τουρκική επιθετικότητα με την ίδια ακριβώς αυστηρότητα που επιδεικνύει σε οποιαδήποτε άλλη σύγχρονη περίπτωση ξένης εισβολής.
Η Λευκωσία απορρίπτει ως παντελώς ανυπόστατους και παράλογους τους ισχυρισμούς της Άγκυρας περί «μονομερούς δικαιώματος εισβολής», θυμίζοντας ότι η βάρβαρη τουρκική εισβολή του 1974 ήταν μια παράνομη πράξη επιθετικότητας που έχει καταδικαστεί επανειλημμένα από το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Το διάβημα καταγγέλλει σε υψηλούς τόνους ότι η Τουρκία επιχειρεί θρασύτατα να αποστρέψει την προσοχή από τις ευθύνες της, προωθώντας μια παράνομη, αποσχιστική οντότητα στα κατεχόμενα, η οποία έχει γεννηθεί μέσα από το αίμα και τη βία.
Η κατοχή αυτή πλήττει ανηλεώς το σύνολο του κυπριακού λαού. Από τη μία πλευρά, οι Ελληνοκύπριοι υφίστανται τις συνέπειες μιας συστηματικής και εγκληματικής πολιτικής δημογραφικής και πολιτιστικής αλλοίωσης, η οποία περιλαμβάνει τον μαζικό έποικισμό, την οργανωμένη καταστροφή της χριστιανικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, και την απάνθρωπη καταστολή των εγκλωβισμένων με απώτερο στόχο τον πλήρη αφανισμό τους.
Από την άλλη πλευρά, η Άγκυρα εργαλειοποιεί αδίστακτα και τους ίδιους τους Τουρκοκύπριους, καταπατώντας τις ελευθερίες τους, αλλοιώνοντας την ταυτότητά τους και κρατώντας τους ουσιαστικά «ομήρους» προκειμένου να εξυπηρετήσει τους επεκτατικούς της σχεδιασμούς και να εκβιάσει την αναγνώριση του ψευδοκράτους.
Το έγγραφο καταλήγει με την καταγγελία ότι η Τουρκία συνεχίζει να ενισχύει προκλητικά τη στρατιωτική της μηχανή στα κατεχόμενα, μεταφέροντας βαρύ οπλισμό και χτίζοντας νέες στρατιωτικές υποδομές κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του τουρκικού γενικού επιτελείου.
Η Κυπριακή Δημοκρατία ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσει: Η Τουρκία οφείλει εδώ και τώρα να μαζέψει τα στρατεύματά της, να τερματίσει τις παραβιάσεις και να συμμορφωθεί πλήρως με το διεθνές δίκαιο.