Στη Λευκωσία βρίσκεται σήμερα ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος αναμένεται να έχει κοινή συνάντηση με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη, Τουφάν Ερχιουρμάν.
Η συνάντηση θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς εκτιμάται ότι θα κρίνει εάν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την επανεκκίνηση ουσιαστικών συνομιλιών με στόχο την επίλυση του Κυπριακού.
Κατά τη χθεσινή συνάντησή τους στο Προεδρικό Μέγαρο, ο Νίκος Χριστοδουλίδης χαρακτήρισε την παρουσία του Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο σαφή ένδειξη της προσωπικής του δέσμευσης για την αναζήτηση λύσης, στη βάση των σχετικών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Από την πλευρά του, ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών διευκρίνισε τον ρόλο του Οργανισμού στη διαδικασία, επισημαίνοντας ότι αποστολή του δεν είναι να υποδείξει τη λύση, αλλά να διευκολύνει και να στηρίξει τις προσπάθειες των δύο πλευρών.
«Δεν είναι δική μου δουλειά να υποδείξω τι πρέπει να γίνει. Βρίσκομαι εδώ με ταπεινότητα και πλήρη δέσμευση για να στηρίξω τις προσπάθειές σας», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Αντόνιο Γκουτέρες.
Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας υπογράμμισε, από την πλευρά του, την ανάγκη να υπάρξει θετική εξέλιξη στο Κυπριακό, σημειώνοντας ότι τόσο η Κύπρος όσο και η ευρύτερη περιοχή, αλλά και η διεθνής κοινότητα, έχουν ανάγκη από θετικές ειδήσεις.
«Χρειαζόμαστε καλά νέα στην Κύπρο. Χρειαζόμαστε καλά νέα στην περιοχή. Χρειαζόμαστε καλά νέα διεθνώς. Και υπολογίζουμε στη στήριξη και την πολιτική σας δέσμευση», ανέφερε ο Νίκος Χριστοδουλίδης.
Στα κατεχόμενα, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, Τουφάν Ερχιουρμάν, δήλωσε ότι υπάρχει ισχυρή βούληση για την επίτευξη μιας δίκαιης και διαρκούς λύσης του Κυπριακού.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η επόμενη διαπραγματευτική προσπάθεια θα πρέπει να βασιστεί σε νέα μεθοδολογία, χωρίς να επαναληφθούν οι προσεγγίσεις που ακολουθήθηκαν στις αποτυχημένες προσπάθειες του 2004 και του 2017.
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στη σημερινή κοινή συνάντηση των τριών πλευρών, από την οποία αναμένεται να διαφανεί εάν μπορεί να δημιουργηθεί το απαραίτητο έδαφος για την επανεκκίνηση της διαπραγματευτικής διαδικασίας.